25 Μαΐου, 2026Ηλεία / Κεντρικά / Κοινωνία / Λογοτεχνία / ΠΟΙΗΣΗ
Το ποίημα της Κυριακής
Με τα «τρίγωνα φεγγάρια» του Ηλία Παπακωνσταντίνου
Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου
Φιλόλογος, ποιήτρια, συγγραφέας
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Γεννήθηκα στη Δεσφίνα Φωκίδας την Άνοιξη στις 8 του Απρίλη. Η ομορφιά και η
αγριάδα του τόπου, η θάλασσα και το βραχώδες τοπίο μαζί με τους Δελφούς λίγο
πιο πέρα, διαμόρφωσαν τον κόσμο μου. Από μικρή ηλικία γεννιόντουσαν ποιητικές
ιδέες στη σκέψη μου και όσο περνούσε ο χρόνος φύτρωναν μέσα μου. Στην ποίηση
υπάρχει η αλήθεια και η λύτρωση, ακόμη, ο υπερπραγματισμός που έρχεται
άξαφνα να σώσει τις στιγμές μας από εκεί που δεν το περιμένουμε. Οι λέξεις, μέσα
στο χρόνο ή το άχρονο, έγιναν ποιητικές συλλογές, τραγούδια, μυθιστόρημα,
θεατρικός λόγος, διήγημα, επιγράμματα, παραμύθι, μουσικοποιητικές εκδηλώσεις.
Κοιτώ στα μάτια τις αντιξοότητες, τις ανισότητες, το δίκαιο, την αγάπη και το
φως και τους μιλώ με ποίηση. Η σύμπλευση με τους ανθρώπους της τέχνης και
γενικότερα, θέλω να έχει ουσία και ένα ισχυρό αποτέλεσμα για δίκαιο και
ανθρώπινο κόσμο, μακριά από εγώ, εσύ, επιτηδευμένο λόγο και ανούσια περιττά
υλικά και νοητικά αγαθά. Γι΄ αυτό, οι συνεργασίες είναι πολύ σημαντικές για την
επίτευξη δημιουργικού χρόνου και αποτελέσματος στο εμείς.
ΗΛΙΑΣ Δ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
«Γεννήθηκα στη Δεσφίνα Φωκίδας την Άνοιξη στις 8 του Απρίλη. Η ομορφιά και η αγριάδα του τόπου, η θάλασσα και το βραχώδες τοπίο μαζί με τους Δελφούς λίγο πιο πέρα, διαμόρφωσαν τον κόσμο μου. Από μικρή ηλικία γεννιόντουσαν ποιητικές ιδέες στη σκέψη μου και όσο περνούσε ο χρόνος φύτρωναν μέσα μου. Στην ποίηση υπάρχει η αλήθεια και η λύτρωση, ακόμη, ο υπερπραγματισμός που έρχεται άξαφνα να σώσει τις στιγμές μας από εκεί που δεν το περιμένουμε. Οι λέξεις, μέσα στο χρόνο ή το άχρονο, έγιναν ποιητικές συλλογές, τραγούδια, μυθιστόρημα, θεατρικός λόγος, διήγημα, επιγράμματα, παραμύθι, μουσικοποιητικές εκδηλώσεις. Κοιτώ στα μάτια τις αντιξοότητες, τις ανισότητες, το δίκαιο, την αγάπη και το φως και τους μιλώ με ποίηση. Η σύμπλευση με τους ανθρώπους της τέχνης και γενικότερα, θέλω να έχει ουσία και ένα ισχυρό αποτέλεσμα για δίκαιο και ανθρώπινο κόσμο, μακριά από εγώ, εσύ, επιτηδευμένο λόγο και ανούσια περιττά υλικά και νοητικά αγαθά. Γι΄ αυτό, οι συνεργασίες είναι πολύ σημαντικές για την επίτευξη δημιουργικού χρόνου και αποτελέσματος στο εμείς.», δηλώνει ο ποιητής.
Ο Ηλίας Παπακωνσταντίνου, έχει διατελέσει Αντιπρόεδρος, Γ. Γραμματέας και Ταμίας της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Ιταλικής Λογοτεχνικής Ένωσης Dante Alghieri, ιδρυτικό μέλος του πολιτιστικού φορέα «Ορίζοντες» και μέλος της Αμφικτιονίας Ελληνισμού.
Ποιήματά του και στίχους του έχουν ερμηνεύσει οι: Λάκης Χαλκιάς, Κρινιώ Νικολάου, Ελισσάβετ Καρατζόλη, Αργυρώ Καπαρού, Τάκης Κωνσταντακόπουλος, Θέλμα Καραγιάννη, Σοφία Ανδριανού, Αλίκη Ζωγράφου, Κατερίνα Κουρεντζή, Μάνια Παπαδημητρίου και Ντομένικα Ρέγκου.
Το ποιητικό του έργο «Μάρμαρα ψυχής», ένα ορατόριο που πλαισιώνεται από χορωδία, απαγγελίες και χορικά, αποτελείται από οκτώ ποιήματα τα οποία αναφέρονται στα κλεμμένα γλυπτά του Παρθενώνα. Τα ποιήματα έχει μελοποιήσει ο συνθέτης Νίκος Φυλακτός. Βασικός ερμηνευτής είναι ο Ηλείος Τάκης Κωνσταντακόπουλος. Το έργο έχει μεταφραστεί στα Γαλλικά από την μεταφράστρια Τζωρτζίνα Καββαδά.
Το ποιητικό έργο του «Διάλογος με τον κυρ. Αλέξανδρο» το είδαμε θεατρικοποιημένο στο σπίτι του Άγγελου Σικελιανού στους Δελφούς, στην Π.Ε.Λ. και στη Νάξο.
Πρόσφατα εξέδωσε την ποιητική συλλογή με τον τίτλο «τρίγωνα φεγγάρια». Με τίμησε να επιμεληθώ τη συλλογή του ο Ηλίας. Δηλώνω πως από την πρώτη κιόλας ανάγνωση, με κέρδισε η λαχτάρα για αυθεντικότητα και η κοινωνική/πολιτική διάσταση της γραφής του ποιητή.
Δύο αποσπάσματα από τη συλλογή του Η.Π. μας συντροφεύουν στη σημερινή μας ραστώνη. Ας προβληματιστούμε…
ΧΕΡΑΔΕΣ
Η ισόβια αδράνεια
ξέρει να ξεκλειδώνει τις πόρτες που θέλει.
Μέσα βρίσκει κάτι μοσχοθρεμμένες ελπίδες
και τις μοιράζει για να περνάμε την ώρα μας,
σαν χάντρες κομπολογιού
με τον ρυθμικό τους χτύπο,
παρέα με τα ποσοστά αμηχανίας.
Αγαπάει, που λες, να υπάρχουμε
μέσα σε συνοδοιπόρους.
Ο ένας μέσα στον άλλον
και δεν μιλά για πληθυντικό
«πόσο ωραίο δέντρο είσαι» λέει,
βρισκόμενη σε ένα δάσος σκιών,
σε ένα δάσος υλοτομημένων θέλω.
Η πειθώ κουνά την ουρά της,
μέσα σε λαϊκή αγορά ψυχών
και τα ψώνια όλο να αβγαταίνουν,
πωλείται και η ίδια,
τόσο φθηνά, όσο ελκυστικά πρέπει.
Τα μουσικά όργανα παίζουν μόνο ένα τραγούδι,
το δικό τους,
έτσι γίναμε άνθρωποι των οργάνων.
Κάνει γύρους το χελιδόνι γύρω από την φωλιά του,
δεν μπορεί να ζυγώσει,
τα αυγά των φιδιών γέννησαν τους διαδόχους στο σπίτι του.
Συχνά ενοικιάζουμε τις λέξεις, σαν πόρνες,
τις αφήνουμε, πάμε με άλλες,
να νοθεύσουμε το μυαλό μας,
να συννεφιάσουμε τα ποιήματα.
Τις πλένουμε, τις λουστράρουμε κάθε λίγο,
τους δίνουμε αμοιβή
και κάθε μέρα τις τρίβουμε να γυαλίζουν.
Και σε ρωτάω,
δεν θα έρθουν με βροχή κάποια μέρα
οι ίδιες λέξεις
με μια χεράδα δίκιο
να μας βαφτίσουν περίτεχνους θεομπαίχτες;
«Στον τοίχο, στον τοίχο,
θα σε στήσω στον τοίχο»
φωνάζουν, μέσα από χαμόγελα
και νόστιμους τρόπους, καθημερινά.
Τιμωρία στο σχολείο στον τοίχο,
εκτέλεση στον τοίχο,
σύνθημα στον τοίχο.
Βρήκε τοίχο λέει το πανάκριβο αυτοκίνητο
και μήνυσε τον τοίχο ο οδηγός,
την στιγμή που οι εκτελεσμένοι του τοίχου σηκώθηκαν
και άναψαν φλας προς την αντοχή.
Μια γυναίκα από παλιά εποχή, ηλιοκαμένη.
Κρατούσε μια χεράδα κόσμο στην αγκαλιά της,
τόσο δίκαια και στοργικά
κι ας ήξερε πέντε αράδες γράμματα,
είχε βγάλει μόνο τις δύο πρώτες τάξεις του ανθρωπισμού.
Είχε το βλέμμα της το μέγεθος
όλης της αρχαίας γραμματείας
που προσκυνούν οι τρανοί.
Μια χεράδα αγριόχορτα
και μια χεράδα τρίγωνα φεγγάρια
υιοθέτησε το σύμπαν,
για να συνεχίσει την ύπαρξή του.
ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ / ΣΤΙΓΜΕΣ
Οι στιγμές του κάθε σήμερα,
φορούν τα θεάματα μέσα τους με κάθε ευκολία.
Σε κάθε επιλογή της κίνησης, της άποψης,
των ρούχων και της πράξης,
χορταίνουν αδρεναλίνη υποκλοπής
και λαμπάκια Χριστουγέννων,
αα και λευκές πασχαλινές λαμπάδες, τόσο πιστές
όσο και η αδυναμία να ζήσουν αληθώς.
Σοκολάτα στο δίχτυ του αριστερού νεκροταφείου,
μια γεύση δόλωμα.
Το «ενός λεπτού σιγή»
μελωμένο από κουλτούρα προθεσμίας.
Η ιδέα πάντα σκάβει,
δεν δίνει σημασία στα λόγια που εκπίπτουν
του οργασμού τους,
απλά κάνει ένα διάλειμμα χαμόγελου
και επιμένει πάλι, μήπως και βρει τον οδηγό της.
Πού να γνωρίζουν από αίμα και μέλλον
τα παιδάκια της πρώτης τάξης,
μυρίζουν σαν κεριά από θνητής μέλισσας τη γέννα.
Κι όμως, τα ανάβουν οι πιστοί.
Νιώθουν το προπατορικό τους αμάρτημα
να παραμονεύει και επενδύουν στη θυσία.
Πολλά μάτια,
βλέπουν την μόλις προηγούμενη στιγμή που έζησαν,
σε κάθε τους βήμα, έχουν ρίξει την άγκυρα
στο παρόν και ψαρεύουν ελπίδες όλες τις ώρες.
Εξειδίκευση στην παγίωση της ανάμνησης.
Δεν υπάρχει χρόνος να διαμαρτυρηθούν
που λιγοστεύει το φως τους.
Δεν υπάρχει χρόνος
(Μέσα στον πλούτο του άχρονου)
να σκεφτούν ένα τόσο δα έστω μικρό μέλλον,
ένα μικρό τρολάρισμα στην ακινησία τους.
Η συνείδησή τους κοιτούσε πάντα δεξιά
κι ας είχε αριστερό λόγο πολλές φορές,
είχε χτίσει στην επιφάνεια των αγαθών
σωστικές λέμβους ασυνειδησίας.
Τολμούσε όμως να πιει έναν αναρχικό καφέ.
Αγοραπωλησίες εν πλήρη δράση.
Είμαι ορατή; Φώναζε η στιγμή,
γαντζωμένη σε κάγκελα μιας σχολικής σκάλας
που είχαν υπόσταση τα εξώφυλλα και αρρυθμία οι σελίδες.
Ήταν τόσο ισχυρός ο χτύπος της καρδιάς της
που ο σεισμός είχε γίνει έδρανο και πίνακας του νου,
μήπως σκεπάσει την ανατριχίλα των παλμών του αίματος.
.
Εναγωνίως αύριο θα ψάχνουμε για ένα αύριο
που το χθες δεν υπηρέτησε.
Αν ήξερα πόσα χρόνια στην άμμο της θαλάσσης
ψάχνω τη στιγμή, ορθά; Μάταια;
Ανυπολόγιστα.
ΓΙΑ ΤΑ ΔΥΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ
H ποίηση του Ηλία Παπακωνσταντίνου κινείται σε έναν έντονα υπαρξιακό και κοινωνικό τόνο. Η γλώσσα πυκνή, μεταφορική και συχνά αιχμηρή. Υπάρχει μια συνεχής πάλη ανάμεσα στην αδράνεια και την ανάγκη για αλήθεια, ανάμεσα στη φθορά της συλλογικής ζωής και στην επιθυμία για γνησιότητα.
Ο ποιητής χρησιμοποιεί ελεύθερο στίχο, έντονη την τεχνική της μεταφοράς, αποσπασματική σύνθεση και αλλεπάλληλες συμβολικές εικόνες για να εκφράσει μια βαθιά κρίση νοήματος: κρίση της γλώσσας, της συλλογικότητας, της πολιτικής συνείδησης και της ίδιας της ανθρώπινης παρουσίας μέσα στον σύγχρονο κόσμο.
Στο ποίημα «Χεράδες», ο τίτλος λειτουργεί ήδη συμβολικά. Η «χεράδα» (η χούφτα, το μικρό, κάτι που κρατιέται στο χέρι) επανέρχεται ως μέτρο ανθρώπινης εμπειρίας. Αντιπαρατίθεται έμμεσα με τον υπερτροφικό κόσμο της εξουσίας, της κατανάλωσης και της απρόσωπης μαζικότητας. Η λέξη «χεράδα» λειτουργεί σχεδόν συμβολικά σε όλο το ποίημα ως κάτι ελάχιστο, χειροπιαστό, ανθρώπινο, ως μια χούφτα κόσμου, δικαιοσύνης, αγριόχορτων, φεγγαριών. Δίνει μια αίσθηση μέτρου απέναντι στη μεγαλοστομία του κόσμου.
Στο ποίημα διακρίνουμε την εικόνα της «ισόβιας αδράνειας» που «ξεκλειδώνει τις πόρτες που θέλει», σαν μια δύναμη παραίτησης που έχει γίνει πλέον φυσική κατάσταση. Στην εξαιρετική μεταφορά «Συχνά ενοικιάζουμε τις λέξεις, σαν πόρνες» η γλώσσα παρουσιάζεται ως εργαλείο συναλλαγής και όχι αλήθειας.
Ενδιαφέρον και το μοτίβο του «τοίχου», που μετατρέπεται από αντικείμενο τιμωρίας και εκτέλεσης σε σημείο αντίστασης: «οι εκτελεσμένοι του τοίχου σηκώθηκαν / και άναψαν φλας προς την αντοχή».
Στο ποίημα «Εξειδίκευση στον θάνατο / Στιγμές» ο τόνος γίνεται ακόμη πιο σκοτεινός και πολιτικός. Οι «στιγμές» παρουσιάζονται σαν εγκλωβισμένες σε ένα θέαμα διαρκούς κατανάλωσης και αδυναμίας ουσιαστικής ζωής. Γράφει: «χορταίνουν αδρεναλίνη υποκλοπής/και λαμπάκια Χριστουγέννων»
Διακρίνουμε έντονη κριτική απέναντι στην εμπορευματοποίηση του συναισθήματος,
στη μνήμη χωρίς δράση, στη συνείδηση που συμβιβάζεται, στην κοινωνία του θεάματος και της επανάληψης. Ιδιαίτερα δυνατή είναι η εικόνα: «Η συνείδησή τους κοιτούσε πάντα δεξιά/ κι ας είχε αριστερό λόγο πολλές φορές», που συμπυκνώνει την πολιτική και ηθική υποκρισία μέσα σε δύο στίχους.
Στα δύο αποσπάσματα διακρίνουμε την έντονη κοινωνική αγωνία, την υπαρξιακή μελαγχολία, το πολιτικό υπόγειο ρεύμα, αλλά και στιγμές τρυφερότητας και ανθρωπιάς.
Το έργο του Η.Π. γενικά, νομίζω πως συνομιλεί με την κοινωνική ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη, την υπαρξιακή τρυφερότητα του Τάσου Λειβαδίτη, αλλά και με στοιχεία νεότερου υπερρεαλισμού και μεταμοντέρνας ειρωνείας.
Και τα προαναφερθέντα αποσπάσματα θυμίζουν σε πολλά σημεία μια γραμμή νεότερης ελληνικής ποίησης που περνά από τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Τάσο Λειβαδίτη, χωρίς όμως να τους μιμούνται άμεσα, αφού η γλώσσα του Η.Π. είναι πιο αποσπασματική, πιο υπερρεαλιστική και συχνά πιο ωμή/κραυγή αγωνίας και αίτημα πραγματικού ανθρωπισμού.
Μαζί σου καλέ μου φίλε Ηλία αφού:
«Μια χεράδα αγριόχορτα
και μια χεράδα τρίγωνα φεγγάρια
υιοθέτησε το σύμπαν,
για να συνεχίσει την ύπαρξή του.» [...]