ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ *** ΣΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ *** ΓΡΑΦΕΙ Η ΚΑΛΛΙΟΠΗ Ι. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ – ΠΟΙΗΤΡΙΑ – ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Το ποίημα της Κυριακής

Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου
Φιλόλογος, ποιήτρια, συγγραφέας
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου σπούδασε ιατρική. Αδελφή του ήταν η θεατρική συγγραφέας Λούλα Αναγνωστάκη. Καταγόταν από το χωριό Ρούστικα Ρεθύμνης.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής συμμετείχε στην ΕΠΟΝ. Κατά τη διετία 1943-1945 ήταν αρχισυντάκτης του περιοδικού Ξεκίνημα, που ανήκε στον εκπολιτιστικό όμιλο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Είχε έντονη πολιτική δράση στο φοιτητικό κίνημα για την οποία φυλακίστηκε το 1948, ενώ το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο. Βγήκε από τη φυλακή με την γενική αμνηστία το 1951.
Την περίοδο 1955-1956 ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη Βιέννη και κατόπιν άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου για ένα διάστημα στη Θεσσαλονίκη, ενώ το 1978 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.
Δημοσίευσε κείμενά του για πρώτη φορά στο περιοδικό Πειραϊκά Γράμματα (1942) και αργότερα στο φοιτητικό περιοδικό Ξεκίνημα (1944), του οποίου υπήρξε και αρχισυντάκτης για μία περίοδο. Ποιήματά του, καθώς και κριτικές δημοσιεύτηκαν αργότερα σε αρκετά περιοδικά. Την περίοδο 1959-1961 εξέδιδε το περιοδικό Κριτική, ενώ υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των Δεκαοκτώ κειμένων (1970), των Νέων Κειμένων και του περιοδικού Η Συνέχεια (1973).
Το 1986 του απονεμήθηκε το Α΄ Βραβείο ποίησης για το έργο του «Τα Ποιήματα 1941-1971» και το 2002 το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας από τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία, ενώ το 1997 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ ΔΑΣΟΣ
Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Νʼ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Που σε κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.
Το δικό μας το δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.
Δεν περνούν από δω ξυλοκόποι.
ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Το ποίημα «Ουρανός και δάσος» του Μανόλη Αναγνωστάκη είναι σύντομο, αλλά ιδιαίτερα πυκνό σε συμβολισμούς και συναισθηματικό περιεχόμενο. Συνδυάζει το προσωπικό βίωμα με μια βαθύτερη υπαρξιακή και ηθική διάσταση.
Το ποιητικό υποκείμενο απευθύνεται σε ένα αγαπημένο πρόσωπο. Αρχικά εκφράζει την επιθυμία να αγγίξει τα χέρια του και να νιώσει τον σφυγμό του, δηλαδή να επιβεβαιώσει τη ζωντανή και ουσιαστική παρουσία του. Στη συνέχεια προτείνει να πάνε μαζί στο δάσος, έναν χώρο που συνδέεται με τις κοινές τους αναμνήσεις. Εκεί, πάνω στους κορμούς των δέντρων, έχουν χαράξει τα «ιερά ονόματα», σύμβολο των κοινών τους αξιών, δεσμών ή ιδανικών.
Η ανάγνωση αυτών των ονομάτων γίνεται με τα μάτια στραμμένα προς τον ουρανό «σαν προσευχή», γεγονός που προσδίδει στην πράξη έναν σχεδόν τελετουργικό και ιερό χαρακτήρα.
Στο τέλος, ο ποιητής τονίζει ότι το δικό τους δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός και ότι από εκεί δεν περνούν ξυλοκόποι. Η εικόνα αυτή δηλώνει πως όσα συμβολίζει το δάσος παραμένουν προστατευμένα και άφθαρτα.
Ποια είναι αυτά τα σύμβολα:
-Το δάσος λειτουργεί ως σύμβολο της κοινής μνήμης, της αγάπης ή της φιλίας, των κοινών αγώνων και ιδανικών και ενός εσωτερικού κόσμου που έχει χτιστεί σταδιακά με τον χρόνο. Εκτός από φυσικός χώρος είναι και χώρος ψυχικός και πνευματικός.
-Ο ουρανός παραπέμπει στο ιδανικό, στο πνευματικό στοιχείο, στην ελευθερία, και
στην υπέρβαση της καθημερινότητας. Η ανύψωση του βλέμματος προς τον ουρανό δίνει στην εμπειρία διάσταση πίστης και ελπίδας.
-Τα ονόματα που έχουν χαραχτεί στους κορμούς συμβολίζουν πρόσωπα που σημάδεψαν τη ζωή τους, αξίες και ιδανικά, ίσως και
αναμνήσεις που θεωρούνται πολύτιμες και απαραβίαστες.
-Οι ξυλοκόποι αποτελούν συμβολική μορφή καταστροφής. Ίσως συμβολίζεται ο χρόνος, η λήθη, η φθορά, και οι κοινωνικές ή πολιτικές δυνάμεις που απειλούν τις αξίες και τις μνήμες.
Η φράση «Δεν περνούν από δω ξυλοκόποι» εκφράζει τη βεβαιότητα ότι αυτά τα πολύτιμα στοιχεία παραμένουν ανέγγιχτα.
Ο Αναγνωστάκης παρουσιάζει έναν κόσμο κοινών αναμνήσεων, αξιών και δεσμών που έχουν αποκτήσει σχεδόν ιερή σημασία. Παρά τις απειλές της φθοράς και της λήθης, ο κόσμος αυτός παραμένει προστατευμένος και ζωντανός. Το ποίημα είναι ένας ύμνος στη διαχρονικότητα των ανθρώπινων σχέσεων και των ιδανικών που αντέχουν στον χρόνο.