Το ποίημα της Εβδομάδας *** Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου, Φιλόλογος – ποιήτρια – συγγραφέας

Το ποίημα της Εβδομάδας

Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου
Φιλόλογος, ποιήτρια, συγγραφέας
Ο ΗΛΕΙΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΝΗΣ
Ο Στάθης Κουτσούνης γεννήθηκε το 1959 στη Νέα Φιγαλία Ολυμπίας. Σπoύδασε νομικά και φιλολογία (με ειδίκευση στη γλωσσολογία) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κλασική μουσική στο Ωδείο Athenaeum. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Δίδαξε επί μακρόν στη Σχολή Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου, όπου διηύθυνε για πολλά χρόνια το Λύκειο.
Στα Γράμματα εμφανίστηκε το 1987 με τη δημοσίευση τεσσάρων ποιημάτων του στο τεύχος 10 του περιοδικού νέες Τομές. Έκτοτε έχει εκδώσει διάφορα βιβλία, ενώ παράλληλα έχει συνεργαστεί με τις εφημερίδες <<Ελευθεροτυπία>>, <<Αυγή Αθηνών>>, <<Καθημερινή>>.
Με περιοδικά (Δε)κατα, Διαβάζω, Diastixo, Εμβόλιμον, Εντευκτήριο, Η λέξη, Θέματα Λογοτεχνίας, Μανδραγόρας, BookPress, Νέα Εστία, Νέα Ευθύνη, Νέο επίπεδο, Οδός Πανός, Οροπέδιο, Παρέμβαση, Πλανόδιον, Ποίηση, Ποιητική, Πόρφυρας, Τα Ποιητικά, Το Δέντρο, Φρέαρ, Χάρτης κ.ά., δημοσιεύοντας ποίηση και πεζογραφία, κριτικά δοκίμια, μελέτες, άρθρα, βιβλιοκρισίες και άλλα κείμενα.
Η ποιητική συλλογή του Ρόδο σε καθρέφτη (Μεταίχμιο 2024) τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης Jean Moréas. Ποιήματα και πεζά του έχουν περιληφθεί σε ανθολογίες και έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, τα Γαλλικά, τα Γερμανικά, τα Ισπανικά, τα Ιταλικά, τα Ρουμανικά, τα Αραβικά και τα Περσικά.
Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, του Κύκλου Ποιητών και της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων.
Η ΜΠΟΥΓΑΔΑ
Μες στη βδομάδα ανελλιπώς
τη βλέπω μόνη στην απέναντι βεράντα
ν’ απλώνει τη μπουγάδα της
σεντόνια εσώρουχα φουστάνια
κάθε φορά και διαφορετικά
εξάπαντος διαφορετικά
τα ρούχα που κρεμάει
κι εντούτοις
δεν λείπει ποτέ απ’ το σχοινί
ένα καρό πουκάμισο αντρικό
το ίδιο πάντοτε
με μια τρύπα στην τσέπη αριστερά
πεισματικά επιμένοντας να μην τη ράβει
και χάσκει μάτι που ξεχάστηκε ανοιχτό.
ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Το ποίημα του Στάθη Κουτσούνη «Η Μπουγάδα» χτίζει μια πολύ δυνατή εικόνα μέσα από μια καθημερινή, σχεδόν ασήμαντη σκηνή: μια γυναίκα απλώνει ρούχα στο μπαλκόνι. Ο αφηγητής την παρατηρεί συστηματικά και διαπιστώνει ότι, ενώ όλα τα άλλα ρούχα αλλάζουν κάθε φορά, υπάρχει πάντα το ίδιο αντρικό καρό πουκάμισο με την τρύπα στην αριστερή τσέπη.
Η δύναμη του ποιήματος βρίσκεται στον συμβολισμό αυτού του πουκαμίσου. Το αντρικό ρούχο φαίνεται να παραπέμπει σε έναν άντρα που απουσιάζει (ίσως νεκρό, ίσως διαζευγμένο, ίσως έχει χαθεί από τη ζωή της γυναίκας). Το πουκάμισο εμφανίζεται συνεχώς στη μπουγάδα, με την τρύπα να παραμένει… Προφανώς η γυναίκα δεν θέλει να αποκαταστήσει το κενό που έχει αφήσει η απουσία του.
Ιδιαίτερα σημαντικοί είναι οι τελευταίοι στίχοι: «και χάσκει μάτι που ξεχάστηκε ανοιχτό». Η τρύπα μεταμορφώνεται ποιητικά σε «μάτι». Το απλό σκίσιμο στο ύφασμα μετατρέπεται σε βλέμμα που επιμένει να υπάρχει, μια παρουσία μέσα στην απουσία δηλαδή. Το «ξεχάστηκε ανοιχτό» υποδηλώνει κάτι ανολοκλήρωτο. Μνήμη που δεν έκλεισε ποτέ, ένα πένθος που δεν τελείωσε, μια σχέση που εξακολουθεί να παρακολουθεί τη ζωή της γυναίκας
Θεματικά, το ποίημα αγγίζει τη μοναξιά, τη μνήμη, την απώλεια, την αδυναμία της λήθης, την παρουσία των απόντων στη ζωή των ζωντανών.
Με γλώσσα απλή και καθημερινή, ο ποιητής δίνει στην εικόνα μια σχεδόν υπερρεαλιστική διάσταση: από μια συνηθισμένη μπουγάδα αναδύεται ολόκληρη η ιστορία μιας απουσίας που εξακολουθεί να «κοιτάζει» τον κόσμο της γυναίκας αλλά και τον κόσμο.