Το ποίημα της Κυριακής : «Το τριαντάφυλλο» *** Με την εκλεκτή συνεργάτιδα της *ΑΥΓΗΣ* Πύργου Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου

Το ποίημα της Κυριακής
«Το τριαντάφυλλο»

Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου
Φιλόλογος, ποιήτρια, συγγραφέας
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος (1 Ιανουαρίου 1912 – 4 Αυγούστου 1991) γεννήθηκε στις Κροκεές Λακωνίας και ήταν ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και ακαδημαϊκός. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές.
Είχε προταθεί 4 φορές για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ενώ επίσης έλαβε άλλα πολλά βραβεία, όπως το βραβείο Ουράνη, το Πρώτο βραβείο κρατικής ποίησης κ.α.
Την παρθενική του εμφάνιση ο Νικηφόρος Βρεττάκος στον χώρο της λογοτεχνίας την έκανε το 1929, με τη δημοσίευση κάποιων πρωτόλειων ποιημάτων του από τα μαθητικά του χρόνια με τίτλο Κάτω από σκιές και φώτα (εκδόθηκαν το 1933).
Μέχρι και το 1940 εξέδωσε έξι συλλογές, τις οποίες συγκέντρωσε στον τόμο Γκριμάτσες του ανθρώπου. Πολλές ποιητικές συλλογές, ακολούθησαν, έως το 1951 (χρονιά θεωρούμενη ως δεύτερο ορόσημο στην καλλιτεχνική του πορεία), που εξέδωσε με τίτλο Τα ποιήματα 1929-1951, τον δεύτερο συγκεντρωτικό τόμο με ποιήματά του. Εκείνη την περίοδο παρατηρείται η στροφή του Βρεττάκου από τον νεανικό λυρισμό, στην έντονη δραματική γραφή.
Ακολούθησε η τρίτη και ωριμότερη περίοδος της δημιουργίας του, στην οποία επιχείρησε μια εξισορρόπηση αυτών των δύο στοιχείων, του λυρικού στοιχείου και του δραματικού, στην υπηρεσία του ηθικού και κοινωνικού προβληματισμού του. Αυτή την περίοδο ασχολείται με έννοιες όπως φως, φύση, αγάπη και αγνότητα.
Η τέταρτη και τελευταία ποιητική περίοδος (1975-1990) μπορεί να χαρακτηριστεί από αισιοδοξία, η οποία έχει διάρκεια. Στα ποιήματά του μιλά για μια πιο ανθρώπινη ζωή, καθώς και για μια διαρκή εγρήγορση και επανάσταση.
ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ
Είδα στον ύπνο μου απόψε πως μίκρυνες
πως έγινες ένα τριαντάφυλλο κόκκινο
φρέσκο σαν άκοπο
Σε είχα στο χέρι μου τάχα
και πήγαινα, πήγαινα
Πού να σε βάλω;
Όλη η γης είναι στήθος μου
Και πέρασα κι άφησα δεξιά τον Ταΰγετο
στάθηκα μόνο, τον κοίταξα λίγο
Και πήρα το δρόμο μου πάλι και πήγαινα, πήγαινα
Πού να σε βάλω
που όλη η γης είναι στήθος μου
Σε είχα στο χέρι μου …
ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου εκφράζει μια πολύ έντονη, λυρική εικόνα: τη μεταμόρφωση ενός προσώπου σε τριαντάφυλλο. Αυτό από μόνο του δηλώνει πολλά επίπεδα νοήματος.
Το κόκκινο τριαντάφυλλο συμβολίζει συνήθως τον έρωτα, το πάθος, αλλά ταυτόχρονα και κάτι εύθραυστο και πολύτιμο. «Μίκρυνες» και «έγινες ένα τριαντάφυλλο» γράφει ο ποιητής. Ίσως υποδηλώνει πως ο άλλος άνθρωπος γίνεται κάτι λεπτεπίλεπτο που χωράει στην καρδιά, κάτι που μπορεί να κρατήσει, να αντέξει, αλλά και κάτι που μπορεί εύκολα να πληγωθεί.
Η επανάληψη του «πήγαινα, πήγαινα» δίνει μια αίσθηση περιπλάνησης, σαν να βρίσκεσαι σε μια εσωτερική αναζήτηση: πού ανήκει αυτό το συναίσθημα; πού μπορεί να “τοποθετηθεί”;
Και ακολουθεί η πιο δυνατή φράση του ποιήματος: «Όλη η γης είναι στήθος μου».
Στο σημείο αυτό, ο αφηγητής ταυτίζεται με τον κόσμο. Η καρδιά του είναι τόσο μεγάλη που χωρά τα πάντα. Κι όμως, παρά την ύπαρξη αυτής της απεραντοσύνης, δεν ξέρει πού να βάλει το τριαντάφυλλο. Αυτό δημιουργεί το παράδοξο της άπειρης χωρητικότητας, αλλά και της αμηχανίας απέναντι στο συγκεκριμένο συναίσθημα.
Η αναφορά στον Ταΰγετο λειτουργεί σαν στιγμιαία στάση μέσα στο ταξίδι. Το τοπίο σταθερό, επιβλητικό, που αντιπαραβάλλεται με την εσωτερική ρευστότητα του ποιητικού υποκειμένου.
Ο Νικηφόρος γράφει ένα ποίημα για την αγάπη ως κάτι πολύτιμο αλλά δύσκολο να «τοποθετηθεί», για την εσωτερική περιπλάνηση και την απεραντοσύνη του συναισθήματος σε αντίθεση με την αδυναμία διαχείρισής του.