Το ποίημα της Κυριακής *** 45 χρόνια χωρίς τον ποιητή Τάκη Σινόπουλο *** Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου, Φιλόλογος – ποιήτρια – συγγραφέας
Το ποίημα της Κυριακής

45 χρόνια χωρίς τον ποιητή Τάκη Σινόπουλο
Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου
Φιλόλογος, ποιήτρια, συγγραφέας

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΛΟΥΣ
Πεθαίνει στον Πύργο, ανήμερα του Πάσχα, στις 26 Απριλίου του 1981. Λίγο πριν, είχε επισκεφθεί στον Γρύλλο Ηλείας, μαζί με την σύζυγό του Μαρία Ντότα, τη θεία του Ευθαλία (αδελφή του πατέρα του) και τους υπόλοιπους συγγενείς του. Ήμουν τυχερή που σε εκείνη την επίσκεψη, στάθηκε έξω από το πατρικό μου, και εκτός από ευχές, είχε μια σύντομη συνομιλία μαζί μου, για τις σκέψεις μου για σπουδές, για τα ενδιαφέροντά μου, για τις ανησυχίες μου, για το αν αγαπώ την Ποίηση…
Ποιητής, γιατρός, μεταφραστής, κριτικός και ζωγράφος ο Τάκης Σινόπουλος συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της μεταπολεμικής ελληνικής ποίησης. Το έργο του είναι βαθύτατα συνυφασμένο με τις ιστορικές περιπέτειες της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής Ελλάδας, ενώ η παρουσία του στον χώρο των ελληνικών γραμμάτων συνδέεται άμεσα με τις ευρύτερες αναζητήσεις και την προσπάθεια συγκρότησης της ποιητικής εκείνης γενιάς που εμφανίστηκε και έδωσε το κύριο έργο της στην περίοδο της Κατοχής και των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων.
Ο Τάκης Σινόπουλος (γιος του φιλολόγου Γιώργη Σινόπουλου από τον Γρύλλο Ηλείας) γεννήθηκε το 1917 στην Αγουλινίτσα, της Ηλείας, αλλά ουσιαστικά μεγάλωσε στον γειτονικό Πύργο, όπου εγκαταστάθηκε η οικογένειά του το 1920. Τέλη του 1934 εγκαταλείπει το επαρχιακό περιβάλλον του Πύργου και πηγαίνει στην Αθήνα για να σπουδάσει στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος και η Κατοχή καθυστερούν τις σπουδές του, τις οποίες καταφέρνει να ολοκληρώσει το 1944. Έχει ήδη υπηρετήσει ως βοηθός γιατρού τον Γενάρη του 1941, ενώ λίγο αργότερα συλλαμβάνεται και φυλακίζεται ως αντιστασιακός από τον ιταλικό στρατό στον Πύργο. Μετά την αποφοίτησή του υπηρετεί και πάλι στον στρατό ως λοχίας υγειονομικού και από τη θέση του έφεδρου ανθυπίατρου, στην οποία θα προαχθεί, θα συμμετάσχει στον Εμφύλιο στις γραμμές του Εθνικού Στρατού βιώνοντας από κοντά τη φρίκη και τον παραλογισμό του πολέμου. Μετά τη λήξη του Εμφυλίου και την αποστράτευσή του εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως γιατρός. Το 1972 παντρεύεται τη Μαρία Ντότα, πτυχιούχο αγγλικής φιλολογίας. Πεθαίνει στον Πύργο, ανήμερα του Πάσχα, στις 26 Απριλίου του 1981.
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ:
ΜΑΡΙΑ
Έξω από το παράθυρο έλαμπε το πέλαγος.
Θα τρελαθώ αν χαθεί το πέλαγος, είπε η Μαρία.
Έκρυβε με τα χέρια τη γυμνότητα,
παράφορη, γυρίζοντας
με μια τρομαχτικήν απόγνωση σ’ όλα τα κέντρα,
σ’ όλους τους κινηματογράφους της πρωτεύουσας.
Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες επίμονα.
Παραξενεύονταν που δεν τον είχε ιδεί κανείς.
Πού νάναι; πού είναι; πες μου τώρα, πες μου εσύ.
Πάντα γυμνή, τόσο άμυαλη. Και ξάφνου
μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε
κι όρμησε πάνω του. Μα εκείνος
είταν βουβός, πολύ βουβός, ένας χαμένος
ίσκιος. Και την έσυρε. Και πέθαναν.
Τους πήρε το τιμόνι στον κατήφορο, τους τσάκισε
τα κόκκαλα και τα νεφρά. Πολύν καιρό
κατόπι μας βασάνισε η ψυχή τους.
ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Στο ποίημα διακρίνουμε τη χαρακτηριστική μίξη εσωτερικού οράματος, εφιαλτικής εικόνας και ψυχικής διάλυσης που συναντάμε συχνά στο έργο του Σινόπουλου.
Η αφήγηση μοιάζει με όνειρο που σπάει σε σκηνές, οι μορφές (όπως η Μαρία και ο Λευτέρης) δεν είναι απλώς πρόσωπα αλλά ψυχικά ίχνη ή μνήμες,
Στο ποίημα παρακολουθούμε τη Μαρία, μια γυναίκα σε κατάσταση έντονης ψυχικής αποδιοργάνωσης και αγωνίας, που αναζητά εμμονικά τον Λευτέρη. Η εικόνα της είναι αποσπασματική και φορτισμένη: «γυμνή», «παράφορη», να τρέχει από κινηματογράφο σε κινηματογράφο, ρωτώντας απελπισμένα.
Η Μαρία δεν αναζητά απλώς έναν άνθρωπο. Βρίσκεται σε κατάσταση ψυχικής κατάρρευσης από την απουσία του. Η επανάληψη των ερωτήσεων («πού νάναι; πού είναι;») δείχνει κυκλικότητα και αδυναμία διαφυγής.
«Θα τρελαθώ αν χαθεί το πέλαγος», γράφει ο ποιητής. Το πέλαγος λειτουργεί σαν σύμβολο σταθερότητας, ελευθερίας ή ταυτότητας. Αν χαθεί, χάνεται και η ίδια η ψυχική της ισορροπία της ηρωίδας.
Ο Λευτέρης εμφανίζεται τελικά ως «βουβός… ένας χαμένος ίσκιος». Δεν είναι πια πρόσωπο με υπόσταση αλλά σκιά, δηλαδή μνήμη ή και ψευδαίσθηση.
Η σκηνή του αυτοκινητιστικού δυστυχήματος («τους πήρε το τιμόνι στον κατήφορο») λειτουργεί σχεδόν συμβολικά: η σχέση τους οδηγείται σε φυσική και υπαρξιακή συντριβή. Δεν είναι μόνο θάνατος, αλλά και κατάρρευση μιας ψυχικής κατάστασης που ήδη ήταν οριακή.
Η τελευταία φράση («Πολύν καιρό κατόπι μας βασάνισε η ψυχή τους») δηλώνει ότι η ιστορία δεν τελειώνει με τον θάνατο αλλά συνεχίζει ως βάρος στη μνήμη των άλλων.