Το ποίημα της Κυριακής : “Βάστα καημένη Παλαιστίνη!” *** Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος *** Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου, φιλόλογος – ποιήτρια – συγγραφέας

Το ποίημα της Κυριακής
“Βάστα καημένη Παλαιστίνη!”
Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος

Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου
Φιλόλογος, ποιήτρια, συγγραφέας
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1936. Δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στο περιοδικό Νέα Εστία. Συμμετείχε στην έκδοση και σύνταξη των περιοδικών Μαρτυρίες και Προτάσεις. Από το 1973 έχει δημοσιεύσει μεγάλος μέρος του συγγραφικού του έργου στο περιοδικό Σημειώσεις, του οποίου υπήρξε ιδρυτικό μέλος. Έχει αρθρογραφήσει σε πλήθος περιοδικών και εφημερίδων. Είναι υπεύθυνος των εκδόσεων Έρασμος. Παράλληλα με την ποιητική του δραστηριότητα, έχει δημοσιεύσει δοκίμια και μελέτες, ενώ έχει μεταφράσει δεκάδες έργα, θεωρητικού κυρίως περιεχομένου.
Από τον λόφο του Στράνη
Καίγεται πάλι το Μεσολόγγι
ολημερίς κι ολονυχτίς βροντάει το κανόνι
από στεριά και θάλασσα βαρούν το καλυβάκι
Καίγεται
καίγεται το Μεσολόγγι
πεινάει και διψάει
πίνει θολό νερό και τρώγει φύκια
τρώγει ψοφίμια και ποντίκια
δεν πέφτει καίγεται το Μεσολόγγι.
Κι εμείς
από τον λόφο του Στράνη ψιθυρίζουμε
“Βάστα καημένη Παλαιστίνη!”
πολύ σιγά και ψόφια ψιθυρίζουμε
μη μας ακούσουνε των Βρυξελλών οι Μεττερνίχοι
όμως στο μέγα πένθος του αιώνα συμμετέχουμε
νηστεύοντας τρεις μέρες το σουβλάκι.
(Από το περιοδικό “Σημειώσεις”, τεύχος 90, 2024)
ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Όποιο σχόλιο και να αποπειραθούμε να γράψουμε νομίζω πως θα αδικήσουμε το ίδιο το αριστουργηματικό ποίημα. Ας τολμήσουμε κάτι ελάχιστο:
Το ποίημα συνδέει το ιστορικό Μεσολόγγι με τη σύγχρονη Παλαιστίνη, μεταφέροντας τη διαχρονικότητα της τραγωδίας του πολέμου και του ανθρώπινου πόνου, καθώς και την υποκρισία, την αδιαφορία και τον συμβιβασμό του σύγχρονου δυτικού κόσμου.
Στο ποίημα, ο λόφος Στράνη γίνεται το σύμβολο της ασφαλούς, αποστασιοποιημένης απόστασης από την οποία παρακολουθούμε το κακό, από την άνεση του καναπέ μας ή των social media. Παρουσιάζεται η φρίκη της πολιορκίας του Μεσολογγίου μέσα από εικόνες πείνας, δίψας και καταστροφής. Ωστόσο, παρά τα βάσανα, το Μεσολόγγι δεν παραδίδεται, γεγονός που αναδεικνύει τη δύναμη και την αντοχή των πολιορκημένων.
Εν συνεχεία, ο ποιητής μεταφέρει το βλέμμα στο παρόν. Από τον λόφο του Στράνη (με τη μνήμη του Σολωμού) που συμβολίζει και τη μνήμη της ελληνικής ελευθερίας, εκφράζει τη συμπαράστασή του προς την Παλαιστίνη. Αλλά η συμπαράσταση αυτή παρουσιάζεται ως αδύναμη και διστακτική («ψιθυρίζουμε»), επειδή υπάρχει φόβος απέναντι στους ισχυρούς.
Οι «Μεττερνίχοι των Βρυξελλών»: Μια εξαιρετική πολιτική νύξη. Ο Μεττερνίχος (ο αρχιτέκτονας της Ιεράς Συμμαχίας που πολεμούσε κάθε επανάσταση) μεταφέρεται στο σήμερα, στις Βρυξέλλες. Αντιπροσωπεύει τη σύγχρονη γραφειοκρατία, τη διπλωματία των ισχυρών και τον φόβο του πολίτη μήπως «ταράξει τις ισορροπίες» της Δύσης, γι’ αυτό και ο ψίθυρός μας είναι «ψόφιος».
Ο καυστικός επίλογος (Το Μικροαστικό «Πένθος»): Το ποίημα κλείνει με ένα αριστουργηματικό, σαρκαστικό χαστούκι. Ο ποιητής σατιρίζει όσους πιστεύουν ότι συμμετέχουν στο «μέγα πένθος του αιώνα» με μικρές, συμβολικές πράξεις, όπως η «νηστεία από το σουβλάκι». Έτσι, ασκεί κριτική στην επιφανειακή ευαισθησία και καλεί σε πιο ουσιαστική στάση απέναντι στον ανθρώπινο πόνο. Η «συμμετοχή» μας στο μέγα πένθος του αιώνα εξαντλείται σε μια γελοία, επιδερμική θυσία: «νηστεύοντας τρεις μέρες το σουβλάκι». Η απόλυτη αποδόμηση της σύγχρονης, ανέξοδης αλληλεγγύης.
Το μήνυμα του ποιητή: οι τραγωδίες της ιστορίας επαναλαμβάνονται, αλλά η αλληλεγγύη των ανθρώπων συχνά μένει στα λόγια και δεν μετατρέπεται σε πραγματική δράση.