Ηλεία: Μια επιστολή του 1956 που μοιάζει να γράφτηκε σήμερα *** Γράφει ο Γιώργος Παναγιωτόπουλος Καθηγητής, Αντιπρύτανης Πανεπιστημίου Πατρών
Ηλεία: Μια επιστολή του 1956 που μοιάζει να γράφτηκε σήμερα

Γράφει ο Γιώργος Παναγιωτόπουλος
Καθηγητής,
Αντιπρύτανης Πανεπιστημίου Πατρών
Ένα έγγραφο του Φεβρουαρίου του 1956, με τη γλώσσα και τον δημόσιο λόγο της εποχής του, έρχεται σήμερα να μας υπενθυμίσει κάτι δυσάρεστα επίκαιρο. Στην Ηλεία, αρκετά από τα μεγάλα ζητήματα που θεωρούμε σύγχρονα έχουν πολύ βαθιές ρίζες.
Η ανοιχτή επιστολή του Ιωάννη Π. Παπακυριακόπουλου, δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω, υφηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην υπουργού της υπηρεσιακής κυβέρνησης Θεοτόκη, 6.1–24.3.1950, προς τους πολίτες του Νομού Ηλείας, με ημερομηνία 12 Φεβρουαρίου 1956, δεν αποτελεί απλώς ένα ενδιαφέρον ιστορικό τεκμήριο. Διαβάζεται ως πολιτική μαρτυρία, τηρουμένων των αναλογιών, επειδή πολλά από όσα περιγράφει παραμένουν, δυστυχώς, μέχρι σήμερα ζητούμενα.
Το κείμενο ήρθε ξανά στο φως μέσα από ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα, του Λεχαινίτη Παναγιώτη Κόρμπα. Ένας άνθρωπος του τόπου ανασύρει από τη μνήμη ένα παλιό κείμενο -επιστολή και, χωρίς να χρειάζονται πολλά σχόλια, μας φέρνει μπροστά σε μια διαπίστωση. Η Ηλεία γνώριζε από τότε τι χρειαζόταν. Το είχε πει. Το είχε γράψει. Το είχε διεκδικήσει.
Ο Ιωάννης Π. Παπακυριακόπουλος απευθύνεται στους Ηλείους ως «Αγαπητοί μου Συμπατριώται» και θυμίζει τον δεσμό του με την περιοχή όπου, όπως γράφει, «ἐγεννήθην καὶ ἔμαθα τὰ πρῶτα γράμματα, εἰς τὰ Λεχαινά πρῶτον καὶ κατόπιν εἰς τὸν Πύργον». Γρήγορα, όμως, μετακινείται από την προσωπική αναφορά στην ουσία. «Τὸν λαὸν ἐνδιαφέρουν μόνον τὰ προβλήματά του», σημειώνει. Μια φράση απλή, που ακούγεται και σήμερα σαν αυτονόητη υπενθύμιση προς κάθε δημόσιο πρόσωπο που εκπροσωπεί ή επιθυμεί να εκπροσωπήσει τους Ηλείους πολίτες.
Τα προβλήματα αυτά, όπως αναφέρει, τα είχε μελετήσει «ἐπὶ τόπου καὶ μὲ πόνον» και τα εντάσσει στο «Ἡλειακὸν πρόγραμμά» του. Εκεί βρίσκεται και η ουσία της επιστολής. Εγγειοβελτιωτικά έργα, αντιπλημμυρική προστασία, άρδευση, αγροτική παραγωγή, τιμές ασφαλείας, φθηνό κόστος, αγροτική πίστη, κοινωνική ασφάλιση. Αν αφαιρέσει κανείς την καθαρεύουσα, δύσκολα θα ισχυριστεί ότι αυτά ανήκουν μόνο στο 1956.
Η αναφορά στο νερό είναι η πιο χαρακτηριστική. Ο συντάκτης μιλά για «ἐγγειοβελτιωτικὰ ἔργα» και διευκρινίζει ότι σε αυτά περιλαμβάνονται «τὰ ἀντιπλημμυρικὰ ἔργα» και «ἡ ἄρδευσις». Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Πηνειός, ο οποίος, κατά την επιστολή, πρέπει να μεταβληθεί «ἀπὸ πηγὴν δυστυχίας καὶ ζημιῶν εἰς πηγὴν πλούτου καὶ εὐημερίας». Η φράση συμπυκνώνει το ηλειακό παράδοξο. Ένας τόπος με προικισμένη γη, νερό, παραγωγή και ανθρώπους της δουλειάς εξακολουθεί να διεκδικεί τα αυτονόητα. Σωστή διαχείριση υδάτων, συντήρηση δικτύων, αντιπλημμυρική προστασία, οργανωμένους ΤΟΕΒ και έργα που δεν θα αναγγέλλονται απλώς αλλά θα ολοκληρώνονται και θα λειτουργούν.
Ανάλογη είναι η συζήτηση για την αγροτική παραγωγή. Η επιστολή ζητά «ἐξασφάλισιν τιμῶν ασφαλείας ἱκανοποιητικῶν» για τα προϊόντα της Ηλείας. Τότε η αναφορά γινόταν στη σταφίδα, στο βαμβάκι και στο ρύζι. Σήμερα τα προϊόντα έχουν διαφοροποιηθεί: κηπευτικά, δημητριακά, λάδι, εσπεριδοειδή, γαλακτοκομικά, τρόφιμα με δυνατότητα μεταποίησης και εξαγωγής. Το ερώτημα, όμως, παραμένει ουσιαστικά ίδιο. Πώς θα προστατευθεί ο παραγωγός από την αστάθεια των τιμών, το αυξημένο κόστος, την πίεση της αγοράς και την αδυναμία διαπραγμάτευσης;
Ο Ιωάννης Π. Παπακυριακόπουλος βλέπει από τότε και τη διεθνή διάσταση. Μιλά για «προώθησιν τῆς ἐξαγωγῆς» των ηλειακών προϊόντων και προσθέτει ότι για να επιτευχθεί αυτό «πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν φθηνὸν κόστος».
Οι φράσεις αυτές θα μπορούσαν να βρίσκονται σήμερα σε οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής αγροτικής παραγωγής. Χαμηλότερο κόστος ενέργειας, σύγχρονα αρδευτικά δίκτυα, φθηνότερες εισροές, πρόσβαση σε τεχνολογία, εργατικά και υποδομές, είναι όροι επιβίωσης για τον παραγωγό και προϋποθέσεις ανάπτυξης για τον τόπο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η αναφορά στην αγροτική πίστη. Η επιστολή ζητά «μακροπροθέσμους καὶ μεσοπροθέσμους πιστώσεις» προς τους γεωργούς, γιατί μόνο αυτές μπορούν να φέρουν «αὔξησιν τοῦ γεωργικοῦ εἰσοδήματος» και «μόνιμον βελτίωσιν τοῦ ἐπιπέδου τῆς ζωῆς». Δεν μιλά για προσωρινά και πενιχρά βοηθήματα αλλά για χρηματοδότηση που θα επιτρέπει επενδύσεις. Η παρατήρηση αυτή έχει σημασία ακόμη και σήμερα, σε έναν τόπο που συχνά αναγκάζεται να εκλιπαρεί για αποζημιώσεις εκ των υστέρων, αντί να διαθέτει σταθερά εργαλεία πρόληψης, εκσυγχρονισμού και παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Στο τέλος της επιστολής αναδεικνύεται και η κοινωνική πλευρά της υπαίθρου. Ο συντάκτης αναφέρεται στις «ἀγροτικαὶ ἀσφαλίσεις» και ζητά να προστατευθούν οι «γέροντες, ἀσθενεῖς καὶ ἀνίκανοι πρὸς ἐργασίαν ἀγρόται» από την οικονομική εξαθλίωση, με ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και σύνταξη. Εδώ η αγροτική πολιτική αποκτά ανθρώπινο περιεχόμενο. Η ύπαιθρος δεν είναι μόνο παραγωγή. Είναι οικογένειες, ηλικιωμένοι, νέοι που σκέφτονται αν θα μείνουν ή θα φύγουν, χωριά που χρειάζονται υγεία, δρόμους, υπηρεσίες, πρόσβαση και καθημερινή αξιοπρέπεια.
Από αυτό το σημείο και μετά, το κείμενο του 1956 παύει να λειτουργεί μόνο ως ιστορική αναφορά. Γίνεται υπόμνηση ευθύνης. Δείχνει ότι η Ηλεία δεν έπασχε από έλλειψη διάγνωσης των προβλημάτων. Τα βασικά ζητήματα είχαν εντοπιστεί από νωρίς. Υποδομές, αγροτικό εισόδημα, εξαγωγές, χρηματοδότηση, κοινωνική προστασία. Αυτό που έλειψε, σε κρίσιμες περιόδους, ήταν η συνέχεια, η ενιαία διεκδίκηση και η επιμονή στην εφαρμογή.
Η φράση με την οποία ο Ιωάννης Π. Παπακυριακόπουλος υπόσχεται να εργαστεί «διὰ τὰ προβλήματά σας, διὰ τὸ ψωμί σας, διὰ τὰ παιδιά σας» συνοψίζει τον πυρήνα της πολιτικής ευθύνης. Την καθημερινότητα, το εισόδημα και το μέλλον.
Γι’ αυτό η επιστολή δεν πρέπει να διαβαστεί απλώς ως ντοκουμέντο μιας προεκλογικής περιόδου του μακρινού χθες. Πρέπει να διαβαστεί ως υπενθύμιση μιας μακράς εκκρεμότητας. Η Ηλεία γνώριζε τα προβλήματά της. Τα περιέγραφε. Τα κατέγραφε με ακρίβεια. Δεν κατάφερε, όμως, στον βαθμό που απαιτούσαν οι ανάγκες της, να μετατρέψει αυτή τη γνώση σε ενιαία διεκδίκηση, τη διεκδίκηση σε δεσμευτικό σχέδιο και το σχέδιο σε εφαρμοσμένη πολιτική.
Εδώ βρίσκεται το πιο ενοχλητικό συμπέρασμα. Διαβάζει κανείς ένα κείμενο του 1956 και αναγνωρίζει μέσα του τη σημερινή Ηλεία. Όχι επειδή δεν έγινε τίποτε. Έγιναν αρκετά. Αλλά όχι όσα χρειάζονταν για να αλλάξει οριστικά η αναπτυξιακή μοίρα του τόπου.
Το «παλιό αυτό χαρτί», που διασώθηκε και αναδείχθηκε μέσα από τη μνήμη ενός Λεχαινίτη, δεν ανήκει μόνο στο αρχειακό υλικό του τόπου μας. Ανήκει στη δημόσια συζήτηση του σήμερα. Μας καλεί να σταματήσουμε να επαναλαμβάνουμε τα ίδια αιτήματα με διαφορετικές λέξεις και να συγκροτήσουμε, επιτέλους, ένα ενιαίο ηλειακό σχέδιο με κοινή φωνή, συγκεκριμένες προτεραιότητες και επιμονή μέχρι το αποτέλεσμα.
Μην ξεχνάμε ότι ένας τόπος δεν δικαιώνεται όταν θυμάται απλώς το παρελθόν του. Δικαιώνεται όταν παύει να αναγνωρίζει τα σημερινά του προβλήματα σε επιστολές εβδομήντα ετών.
* Σημ. συντάκτη: Το παρόν άρθρο αποτυπώνει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις του συντάκτη, οι οποίες δεν εκφράζουν και δεν αντιπροσωπεύουν, σε καμία περίπτωση, το Πανεπιστήμιο Πατρών.

