ΕΝΑ ΩΡΑΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΝΑΤΟΥΡΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΤΣΟΥΛΙΑ
Φαντασιώσεις του έρωτα με τα λουλούδια στην άμμο
Του Νίκου Τσούλια

Βγήκε στην άκρη του πευκοδάσους. Το μικρό υψωματάκι έκρυβε τη
θάλασσα. Κυριαρχούσε, άμα έφτανε στην κορυφή του, με την απεραντοσύνη
της και τα ανήσυχα κύματά της. Κρίνοι μοναχικοί τρεις – τέσσερις μαζί
αγκαλιασμένοι να γλιτώσουν από την ερημιά, τα μικρά φυλλαράκια τους
κοντά με τον ανθό τους και όλα μαζί κοντά στο χώμα, στο χώμα φορτωμένο
με άμμο της παραλίας.
Και γέμιζε το μάτι του μέχρι τη θάλασσα, και πάνω προς το μικρό ύψωμα
άρχιζαν να εμφανίζονται και άλλα λουλούδια και άλλα φυτά, και να βλάστηση
πληθωρική μέχρι πάνω στο πευκοδάσος.
Μα εκείνα τι να ‘θελαν; Πού πήγαιναν, ήταν τόσο τολμηρά και ξεκίνησαν
να κατακτήσουν τον ερημότοπο; Έπαιζαν με τις διαμάχες της θάλασσας και
ξηράς, της άμμου με το χώμα; Το μετάνιωσαν και τώρα σφιχταγκαλιάστηκαν,
που ξέμειναν μόνα τους; Ήθελαν και πήγαν εκεί κάτω ή το ράμφος κάποιου
πουλιού τα έσπειρε και αυτά δεν είχαν καμιά επιλογή;
Μα τα λουλουδάκια τους πού τη βρήκαν την τόση ομορφιά; Μοβ βαθύ
μέσα στον λαιμό του κάλυκα και σιγά – σιγά ξεθώριαζε το μοβ και το άσπρο
απλωνόταν πιο πολύ σαν κοίταζε προς τις άκρες του άνθους και
ανακατευόταν με το λευκό και στο τέλος το κάτασπρο ξεχείλιζε και αγνάντευε
τη θάλασσα, που κανένα λουλούδι δεν ήξερε τι είναι ή μήπως νοσταλγούσε
την μεγάλη παρέα που γέμιζε τη μικρή πλαγιά προς το δάσος;
Όαση αληθινή, ξεχείλισμα ζωής, παιχνίδι με το νερό που λιγοστά το
βρίσκεις εκεί που η άμμος άπληστη το καταπίνει να το επιστρέψει στη
θάλασσα σαν να της έλειπε βλέπεις η δροσιά του νερού. Τι να ‘ναι αυτή η
μικρή παρέα απομεινάρι μιας βλάστησης, που κοιτούσε να ξεφύγει από την
άμμο και την αλμύρα ή απόπειρα για τη νέα κατάκτηση; Κανείς δεν ξέρει.
Άμα τα έβλεπε από το ύψωμα και τα ένιωθε στο τέλος της ζωής των
φυτών που την απειλούσε η ερημιά της άμμου, έπιανε τη δική του αποτυχία
σε ένα όνειρο που δεν κάρπισε. Άμα τα έβλεπε από τη θάλασσα
χαμογελούσε με την ελπίδα που του υποσχόταν πολλά περισσότερα άνθη
μετά τα μοναχικά, πολύ πράσινο και σφρίγος ζωής που ήταν σκαρφαλωμένο
με χίλια δυο είδη λουλουδιών και απειλούσε τα πανύψηλα πεύκα με τα δικά
τους δικαιώματα στη ζωή και με τη δική του χαρά ότι στη συνέχεια το όνειρό
του θα τον πλημμύριζεˑ η φαντασίωση για το απόλυτα όμορφο, που του
γέννησε αυτή η μικρή παρέα ήταν τόσο κοντά του…
Ένα κύμα μελαγχολίας γέμισε την ψυχή του, μια μελαγχολία που γλύκαινε
και πίκραινε την ίδια στιγμή, κάθε στιγμή. Ποιος είναι ο συμβολισμός αυτής
της παράστασης, που χαράχτηκε στη μήτρα της σκέψης; Αν ερχόταν από τη
θάλασσα, την ερημιά της άμμου και την ακολουθούσε η λουλουδιασμένη
πλαγιά, η χαρά τον τραβούσε, αν κατέβαινε από το λόφο, την ομορφιά των
λουλουδιών και την σκέπαζε το κιτρινωπό της αμμουδιάς, η στεναχώρια τον
σκίαζε. Ή μήπως πρέπει να μπει και η θάλασσα στο παιχνίδι; Και τότε τι
γίνεται;
Κάθε σκέψη της σε κάθε στιγμή της ζωής του κατέτρωγε την ύπαρξή του
και την ίδια στιγμή την ανανέωνε με μια ορμή, που σάρωνε το διάβα του
χρόνου, του έδινε απλόχερα την πνοή της αιώνιας νιότης από τότε που τη
γνώρισε και απέκτησε το γλυκό της φορτίο, του ανεκπλήρωτου έρωτα, του
βασανιστικού έρωτα.
Κάποια στιγμή θα την αγγίξουν οι τόσες σκέψεις του, τα ατέλειωτα όνειρά
του, οι διαρκείς μονόλογοί του, τα παραμιλητά του, και αν δεν τα κατάφερναν
όλα αυτά μαζί, ήταν η ίδια η δημιουργία της, το απέραντα όμορφο πορτρέτο
της, που ξεπερνούσε την όψη της δικής της ζωής και βρισκόταν στη δική του
καρδιά και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα…