ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ *** Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ *** ΓΡΑΦΕΙ Η ΚΑΛΛΙΟΠΗ Ι. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ

Το ποίημα της Κυριακής
με τον ποιητή Νικηφόρο Βρεττάκο

Γράψει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου
Φιλόλογος, ποιήτρια, συγγραφέας
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος (1912–1991) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές της Γενιάς του ’30, γνωστός ως ο «ποιητής του φωτός και της αγάπης».
Γεννήθηκε στη Λακωνία και μεγάλωσε κοντά στον Ταΰγετο, ο οποίος επηρέασε βαθιά τη φυσιολατρική του ποίηση.
Πολέμησε στην πρώτη γραμμή το 1940 και οργανώθηκε στην Αντίσταση, ενώ κατά τη δικτατορία (1967) αυτοεξορίστηκε στην Ευρώπη.
Η ποίησή του είναι βαθύτατα ανθρωπιστική, με κεντρικά θέματα την ειρήνη, την αλληλεγγύη και τη δικαιοσύνη. Τιμήθηκε με τρία Κρατικά Βραβεία, έγινε Ακαδημαϊκός και προτάθηκε τέσσερις φορές για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα
Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα να σου στείλω λίγο ψωμί· μαζεύω
με το σπασμένο χέρι μου ό,τι έμεινε απ’ τον ήλιο
να σου το στείλω να ντυθείς. Έμαθα πως κρυώνεις.
Την πράσινή σου φορεσιά να τη φορέσεις τη Λαμπρή.
Θα τρέξουν μ’ άνθη τα παιδιά, θα βγουν τα περιστέρια
κι η μάνα σου με μια ποδιά, πλατιά, γιομάτη αγάπη.
Πάρε όποιο δρόμο, όποια κορφή, ρώτα όποιο δέντρο θέλεις.
Μ’ ακούς; Οι δρόμοι όλης της γης βγαίνουνε στην καρδιά μου.
Μην ξεχαστείς κοιτάζοντας το φως. Τ’ ακούς; Να ’ρθεις!
ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Ο Βρεττάκος είναι ο κατεξοχήν ποιητής της αγάπης και του φωτός.
Στο ποίημα αυτό, η προσωπική ανάγκη για επικοινωνία με ένα αγαπημένο πρόσωπο που υποφέρει («Έμαθα πως κρυώνεις») μετατρέπεται σε μια πανανθρώπινη αγκαλιά. Η καρδιά του ποιητή γίνεται το κέντρο του κόσμου («Οι δρόμοι όλης της γης βγαίνουνε στην καρδιά μου»), έτοιμη να χωρέσει και να γιατρέψει κάθε πόνο.
Το ποιητικό υποκείμενο, παρά τη δική του αδυναμία και τα τραύματα («με το σπασμένο χέρι μου»), βρίσκει τη δύναμη να μαζέψει τα ελάχιστα που έχουν απομείνει (τα πεσμένα στάχυα, το λιγοστό φως του ήλιου) για να προσφέρει τροφή και ζεστασιά στον άλλον.
Η αναφορά στη «Λαμπρή», την «πράσινη φορεσιά», τα παιδιά και τα περιστέρια λειτουργεί ως μια οραματική υπόσχεση για το μέλλον. Μετά την καταστροφή (της δεκαετίας του ’40 και του Εμφυλίου), ο ποιητής προσμένει την πνευματική και κοινωνική ανάσταση, την ειρήνη και την επιστροφή στην αθωότητα.
Η χρήση του β’ ενικού προσώπου και οι άμεσες εκκλήσεις («Μ’ ακούς;», «Τ’ ακούς; Να ‘ρθεις!») προσδίδουν στο ποίημα μια σπαρακτική αμεσότητα, μετατρέποντάς το σε ένα γράμμα-πρόσκληση για επιστροφή στην εστία και την αγάπη.
Πρόκειται, λοιπόν, για ένα βαθύτατα ανθρωπιστικό ποίημα, όπου ο ανθρώπινος πόνος μετουσιώνεται σε αλληλεγγύη. Ο Βρεττάκος μάς δείχνει ότι ακόμη και με «σπασμένα χέρια», ο άνθρωπος οφείλει και μπορεί να προσφέρει αγάπη, καθώς αυτή είναι ο μόνος προορισμός και η μόνη σωτηρία.