Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ (ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ) *** ΓΡΑΦΕΙ Η ΚΑΛΛΙΟΠΗ Ι. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ
Το ποίημα της Κυριακής
«Σε παλιό στυλ»

Γράψει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου
Φιλόλογος, ποιήτρια, συγγραφέας
Ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης
38 χρόνια απουσίας και δεύτερο αφιέρωμα στην ανεξάντλητη ποιητική του παρουσία
Ο Τάσος Λειβαδίτης γενήθηκε στην Αθήνα (1922) και πέθανε στις 30/10/1988 στην Αθήνα, σε ηλικία 66 ετών, στο Γενικό Κρατικό Αθηνών.
Υπήρξε ένας από τους κορυφαίους και πιο αγαπητούς Έλληνες ποιητές της μεταπολεμικής γενιάς, με έργο που συνδύασε βαθιά κοινωνική ευαισθησία και έντονο ερωτικό λυρισμό.
Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά τον κέρδισε η λογοτεχνία.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ. Λόγω των αριστερών του πεποιθήσεων, μετά τον Εμφύλιο υπέστη διώξεις και εξορίστηκε για χρόνια (σε Μούδρο, Άη Στράτη, Μακρόνησο).
Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Μάχη στην άκρη της νύχτας». Το έργο του «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» (1953) απαγορεύτηκε από το κράτος, αλλά του χάρισε το Παγκόσμιο Βραβείο Ποίησης στο Βερολίνο.
Μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1960, η ποίησή του μετατοπίστηκε. Χωρίς να ξεχάσει τους κοινωνικούς αγώνες, στράφηκε σε υπαρξιακά, εσωτερικά και ερωτικά θέματα. Η συλλογή του «Βιολί για μονόχειρα» (1977), όπου περιλαμβάνεται και το «Σε παλιό στυλ», αποτυπώνει αυτή τη βαθιά, μελαγχολική και μεταφυσική αναζήτηση της αγάπης.
Ο Λειβαδίτης έγινε ευρύτερα γνωστός στο πανελλήνιο μέσα από τη συνεργασία του με τον Μίκη Θεοδωράκη. Έγραψε στίχους για εμβληματικά τραγούδια που τραγουδιούνται μέχρι σήμερα, όπως: «Δραπετσώνα», «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», «Σαββατόβραδο», «Μάνα μου και Παναγιά»
Έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα, τον Οκτώβριο του 1988, αφήνοντας πίσω του μια σπουδαία πνευματική παρακαταθήκη ως ο «ποιητής του έρωτα και της ουτοπίας».
Το ποίημα
Σε παλιό στυλ
Οι εραστές είναι ακριβά, ένδοξα κύπελλα,
όπου ο ένας πίνει τον άλλον.
Το πρωί πηγαίνουν σε ολοπόρφυρους,
βασιλικούς δρόμους
και το βράδυ
κλείνονται σε κάμαρες στενές,
γεμάτες με τη σκόνη των παλιών επίπλων
και τη δική τους αιωνιότητα.
Οι εραστές δε βλέπουν, μόνο αγγίζονται,
μα οι ρόγες των δακτύλων τους
είναι τα ίδια τα πελώρια, τα πάντα έκπληκτα,
μάτια του Θεού.
Κι όταν πεθαίνουν, δεν παθαίνουν τίποτα,
απλώς, οι άλλοι, τους χάνουν απ’ τα μάτια τους,
γιατί εκείνοι
τραβάνε πάντα τον δρόμο τους,
μέσα σε μιαν ανεξήγητη,
απέραντη, ροδαλή ομίχλη.
Μερικές φορές, μάλιστα,
κάθονται στο ίδιο τραπέζι,
που καθόμαστε κι εμείς,
παραγγέλνουν, μιλάνε,
αλλά κανείς δεν τους ακούει
κι ο γκαρσόν περνάει από πάνω τους,
όπως ο άνεμος μέσα από τα κλαδιά.
Μόνο, που καμιά φορά, εκεί που γράφεις,
νιώθεις το χέρι σου να τρέμει –
είναι που πέρασαν οι εραστές
και σου άφησαν
λίγη απ’ τη δική τους μοναξιά.
Για το ποίημα
Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή του «Βιολί για μονόχειρα» (1977) και αποτελεί ένα από τα πιο αισθαντικά, λυρικά και ερωτικά έργα της νεοελληνικής ποίησης.
Επικεντρώνεται στην εξιδανίκευση του απόλυτου έρωτα και στη μεταφυσική διάσταση που του προσδίδει ο Τάσος Λειβαδίτης.
Αποτελεί έναν ύμνο στον απόλυτο, σχεδόν θρησκευτικό έρωτα. Ο Λειβαδίτης δεν περιγράφει μια απλή γήινη σχέση, αλλά μια πνευματική κατάσταση που ξεπερνά τη φθορά, τον χρόνο και τον ίδιο τον θάνατο.
Οι εραστές αντιμετωπίζονται ως πρόσωπα ιερά. Η ένωσή τους είναι μια μορφή «θείας κοινωνίας» όπου ο ένας κοινωνεί τον άλλον. Τα δάχτυλά τους γίνονται τα μάτια του Θεού, υποδηλώνοντας ότι η ύψιστη αλήθεια του κόσμου κρύβεται στο άγγιγμα και την αγάπη.
Ο θάνατος για τους εραστές δεν είναι το τέλος. Δεν χάνονται, απλώς γίνονται αόρατοι για τους κοινούς θνητούς. Μεταφέρονται σε μια άλλη διάσταση (στη «ροδαλή ομίχλη»), διατηρώντας την αιωνιότητά τους.
Οι εραστές μπορούν να βρίσκονται ανάμεσά μας, σε ένα κοινό καφενείο, αλλά παραμένουν απρόσιτοι για όσους δεν έχουν νιώσει αυτό το μέγεθος του έρωτα. Είναι παρόντες-απόντες, σαν πνεύματα.
Στο τέλος, ο ποιητής συνδέει τον έρωτα με την καλλιτεχνική δημιουργία. Ο δημιουργός (ο συγγραφέας) είναι ο μόνος που έχει τις αισθήσεις του αρκετά ανοιχτές ώστε να «νιώσει» το πέρασμα των εραστών και να κληρονομήσει ένα κομμάτι από την ένδοξη μοναξιά τους, μετατρέποντάς το σε τέχνη.
Το ποίημα είναι γραμμένο σε πεζόμορφη ρομαντική γραφή (πεζό ποίημα). Διακρίνεται για τη μελαγχολική αλλά παράλληλα φωτεινή του ατμόσφαιρα, τον έντονο λυρισμό και τις υποβλητικές εικόνες που δικαιολογούν απόλυτα τον τίτλο «Σε παλιό στυλ», θυμίζοντας τον ρομαντισμό παλαιότερων εποχών.
