ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Η ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ ΣΚΙΑΓΡΑΦΕΙ ΤΟΝ ΕΞΑΙΡΕΤΟ ΠΟΙΗΤΗ ΑΛΕΞΗ ΣΤΑΜΑΤΗ
Το ποίημα της Κυριακής
με τον Αλέξη Σταμάτη

Γράψει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου
Φιλόλογος, ποιήτρια, συγγραφέας
Ο Αλέξης Σταμάτης
Ο Αλέξης Σταμάτης (1960–2026) ήταν διακεκριμένος Έλληνας συγγραφέας, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας.
Γιος της ηθοποιού Μπέτυς Αρβανίτη, σπούδασε Αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ και κινηματογράφο στο Λονδίνο.
Έγραψε πάνω από 30 βιβλία. Γνωστότερο μυθιστόρημά του είναι το «Μπαρ Φλωμπέρ», ενώ έργα του έχουν μεταφραστεί σε 9 γλώσσες.
Εργάστηκε ως αρθρογράφος και ήταν δημοφιλής δάσκαλος δημιουργικής γραφής.
Οικογενειακή φωτογραφία με χωριό
Κάθε Κυριακή
κατεβάζαμε τον σκύλο στο ποτάμι.
Ο σκύλος λεγόταν Λάκης.
Ή Σπύρος.
Ή όπως λέγονταν τότε οι άνθρωποι
προτού γίνουν φωτογραφίες.
Η θεία Ελένη έλεγε
πως τα ζώα ξέρουν.
Έπειτα σιωπούσε.
Οι μεγάλοι ήξεραν να αποσύρονται
με τρόπο που έκανε τον αέρα
να μοιάζει ένοχος.
Το ποτάμι κατέβαινε απ’ το βουνό
μεταφέροντας φύλλα,
κλαδιά,
μισές ειδήσεις.
Κάποτε ένα παιδί πνίγηκε εκεί.
Το αναφέρω
για να υπάρχει πληρότητα στοιχείων.
Δεν ήμουν εγώ.
Τότε.
Στο σπίτι
ο παππούς καθάριζε πορτοκάλια.
Τα νύχια του
είχαν το χρώμα του καπνού.
Άφηνε τις φλούδες
σε τέλειες σπείρες.
Αργότερα καταλάβαμε
ότι προσπαθούσε να βάλει κάποια τάξη
στο σύμπαν.
Όλοι προσπαθούσαν.
Η μητέρα μάζευε πιάτα.
Ο πατέρας εφημερίδες.
Η γιαγιά αγίους.
Εγώ ό,τι ζωές.
Τις φύλαγα σ’ ένα κουτί παπουτσιών
κάτω από το κρεβάτι.
Ακόμη πρέπει να βρίσκονται εκεί.
Το βράδυ
ανάβαμε το φως της αυλής.
Τα έντομα έπεφταν επάνω του
με μια αποφασιστικότητα
που αργότερα αναγνώρισα
στους ερωτευμένους,
στους επαναστάτες – ω –
και στους ασθενείς.
Το χωριό κοιμόταν.
Από μακριά ακούγονταν τα τρένα.
Κάθε τρένο
μετέφερε κάποιους αλλού.
Κανείς δεν γνώριζε πού ακριβώς.
Αυτή είναι μια χρήσιμη περιγραφή
και για τη ζωή.
Μια μέρα
η θεία Ελένη πέθανε.
Ο σκύλος έμεινε τρεις ώρες
μπροστά στην πόρτα της.
Κανείς δεν μίλησε γι’ αυτό.
Οι μεγάλοι είχαν άλλες δουλειές.
Έπρεπε να οργανωθεί η λύπη.
Να έρθουν οι καρέκλες.
Να βρεθούν τα μαύρα ρούχα.
Να βραστεί ο καφές.
Να μεταφερθεί ο νεκρός
από την πραγματικότητα
στην αφήγηση.
Χρόνια αργότερα
το χωριό άδειασε.
Το ποτάμι έμεινε.
Τα δέντρα έμειναν.
Οι τάφοι επίσης.
Μερικά σπίτια συνέχισαν να παραμένουν
με ανοιχτά παράθυρα
παρότι μέσα
δεν κατοικούσε πια κανείς.
Κι αυτό,
αν με ρωτούσαν,
είναι ο ακριβέστερος ορισμός της ψυχής.
Ένα φωτισμένο δωμάτιο
που εξακολουθεί να περιμένει
εκείνους που έφυγαν.
Για το ποίημα
Το ποίημα αποτελεί μια βαθιά συγκινητική αναδρομή στο παρελθόν, δομημένη σαν ξεθωριασμένη, ασπρόμαυρη φωτογραφία των παιδικών χρόνων στην ελληνική επαρχία. Μέσα από καθημερινές, σχεδόν τελετουργικές εικόνες, ο δημιουργός αγγίζει πανανθρώπινα και υπαρξιακά ζητήματα.
Οι μικρές, επαναλαμβανόμενες κινήσεις των συγγενών (ο παππούς που καθαρίζει πορτοκάλια, η μητέρα που μαζεύει πιάτα) παρουσιάζονται ως μια προσπάθεια του ανθρώπου να επιβάλει τάξη στο χάος του σύμπαντος.
\Η απώλεια της θείας Ελένης και η ανάγκη «να οργανωθεί η λύπη» δείχνει πώς τα τελετουργικά βοηθούν στη μεταφορά του νεκρού από την πραγματικότητα στην αφήγηση, δηλαδή στην αθανασία μέσω της μνήμης.
Το ποίημα κλείνει με μια δυνατή μεταφορά. Η ψυχή είναι σαν ένα άδειο, εγκαταλελειμμένο σπίτι με ανοιχτά παράθυρα και αναμμένο φως, που συνεχίζει να περιμένει αυτούς που έφυγαν
