Η ΚΑΛΛΙΟΠΗ Ι. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ ΣΚΙΑΓΡΑΦΕΙ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΝ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΠΟΙΗΤΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΜΙΛΤΟ ΣΑΧΤΟΥΡΗ

Το ποίημα της Κυριακής
με τον Μίλτο Σαχτούρη

Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου
Φιλόλογος, ποιήτρια, συγγραφέας
Ο ποιητής
Ο Μίλτος Σαχτούρης (1919–2005) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους και πιο ιδιότυπους Έλληνες μεταπολεμικούς ποιητές, στενά συνδεδεμένος με τον υπερρεαλισμό. Γεννημένος στην Αθήνα με καταγωγή από την Ύδρα, ήταν δισέγγονος του ναυμάχου του 1821, Γιώργη Σαχτούρη. Αν και ξεκίνησε σπουδές Νομικής, τις εγκατέλειψε νωρίς για να αφιερωθεί αποκλειστικά στην ποίηση, επιλέγοντας συνειδητά έναν αντισυμβατικό και μοναχικό τρόπο ζωής χωρίς ποτέ να ασκήσει άλλο επάγγελμα.
Το έργο του, βαθιά επηρεασμένο από τα τραύματα της Κατοχής και του Εμφυλίου, χαρακτηρίζεται από μια εφιαλτική, γεμάτη σύμβολα και παράλογες εικόνες ατμόσφαιρα.
Για την προσφορά του στα γράμματα τιμήθηκε με τρία Κρατικά Βραβεία Ποίησης (1956, 1962, 1987), αφήνοντας πίσω του μια σπουδαία λογοτεχνική κληρονομιά με κορυφαίες συλλογές όπως το «Με το πρόσωπο στον τοίχο».
Κυριακή
Κύματα Κυριακής τα μάτια μου
κύματα μοναξιάς τα χέρια μου
τρίζουν από ύπνο αθώο
τα δόντια μέσα στην καρδιά μου
το πεθαμένο το παιδί
δεν ξενιτεύεται
πάει κρατώντας ένα
κόκκινο σκυλάκι
μέσα στο μαντίλι
τέρατα περπατούν
ανάποδα στα όνειρα
φυσάει ένας άγριος αέρας
πάνω απ᾿ τις λεμονάδες
πετάει μια νυχτερίδα
σαν πικραμένο ευαγγέλιο
μ᾿ ένα μαύρο πανί
μία γυναίκα
σκεπάζει το φεγγάρι
Για το ποίημα
Το ποίημα κυριαρχείται από το μεταπολεμικό τραύμα, τον θάνατο και την υπαρξιακή αγωνία. Ο Μίλτος Σαχτούρης ανατρέπει πλήρως τον παραδοσιακό χαρακτήρα της ημέρας ως συμβόλου χαράς ή θρησκευτικής ανάπαυσης, μετατρέποντάς τη σε ένα εφιαλτικό τοπίο υπαρξιακής αγωνίας και μεταπολεμικού τραύματος.
Μέσα από έναν ιδιότυπο, σκοτεινό υπερρεαλισμό, ο ποιητής συνθέτει αποσπασματικές και έντονα συμβολικές εικόνες που αναδύονται από το υποσυνείδητο. Η προσωπική απομόνωση και ο βουβός πόνος («κύματα μοναξιάς», δόντια που «τρίζουν μέσα στην καρδιά») συναντούν το συλλογικό δράμα μιας πληγωμένης γενιάς, το οποίο προσωποποιείται στο «πεθαμένο παιδί», ένα κεντρικό μοτίβο στο έργο του που ενσαρκώνει τη χαμένη αθωότητα και τη βία της εποχής (το «κόκκινο σκυλάκι»).
Ο κόσμος του ποιήματος λειτουργεί με τη λογική του εφιάλτη, όπου η πραγματικότητα παραμορφώνεται («τέρατα περπατούν ανάποδα»), η φύση γίνεται απειλητική και η ελπίδα διαψεύδεται, όπως υποδηλώνει η νυχτερίδα που πετάει σαν «πικραμένο ευαγγέλιο».
Το ποίημα κορυφώνεται με μια συγκλονιστική, σχεδόν τελετουργική εικόνα πένθους, καθώς μια γυναικεία φιγούρα σβήνει το φως του φεγγαριού με ένα μαύρο πανί, επιβάλλοντας το απόλυτο σκοτάδι και την απόγνωση.
Πρόκειται για έναν κορυφαίο, πυκνό σχολιασμό πάνω στην ανθρώπινη απώλεια, όπου το παράλογο γίνεται ο μόνος τρόπος για να εκφραστεί η φρίκη της ιστορικής πραγματικότητας.