ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ *ΑΝΕΜΟΣ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ* ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ *** ΓΡΑΦΕΙ Η ΚΑΛΛΙΟΠΗ Ι. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ

Το ποίημα της Κυριακής
με τον Τάσο Λειβαδίτη

Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου
Φιλόλογος, ποιήτρια, συγγραφέας
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
Τάσος Λειβαδίτης (1922–1988) ήταν ένας από τους κορυφαίους Έλληνες ποιητές της μεταπολεμικής γενιάς.
Οργανώθηκε στην Εθνική Αντίσταση και εξορίστηκε για χρόνια (Μακρόνησος, Άη – Στράτης), λόγω των αριστερών του πεποιθήσεων.
Ξεκίνησε με επαναστατική, κοινωνική ποίηση (όπως το βραβευμένο «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου») και αργότερα στράφηκε σε βαθιά υπαρξιακά, μελαγχολικά και ερωτικά θέματα.
Έγινε ευρύτερα γνωστός γράφοντας στίχους για σπουδαία τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη (όπως τα «Δραπετσώνα» και «Βρέχει στη φτωχογειτονιά»).
Τιμήθηκε δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, αφήνοντας πίσω του ένα έργο γεμάτο λυρισμό και ευαισθησία.
ΑΝΕΜΟΣ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Τώρα όμως βράδιασε. Ας κλείσουμε την πόρτα
κι ας κατεβάσουμε τις κουρτίνες
γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών.
Τι κάναμε στη ζωή μας;
Ποιοι είμαστε; Γιατί εσύ κι όχι εγώ;
Καιρό τώρα δεν χτύπησε κανείς την πόρτα μας
κι ο ταχυδρόμος έχει αιώνες να φανεί.
Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα
που τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου.
Κι αν έχασα τη ζωή μου
την έχασα για πράγματα ασήμαντα:
μια λέξη ή ένα κλειδί,
ένα χτες ή ένα αύριο
όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα άρωμα βιολέτας
γιατί θυμάμαι.
Πόσοι φίλοι που έφυγαν χωρίς ν’ αφήσουν διεύθυνση,
πόσα λόγια χωρίς ανταπόκριση
κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη
εκείνων που δεν πρόφτασαν
ν’ αγαπήσουν.
Ώσπου στο τέλος δεν μένει
παρά μια θολή ανάμνηση από το παρελθόν (πότε ζήσαμε;)
και κάθε που έρχεται η άνοιξη κλαίω
γιατί σε λίγο θα φύγουμε
και κανείς δεν θα μας θυμηθεί.
ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Το ποίημα αποτελεί έναν βαθύτατα μελαγχολικό, αλλά και εξαιρετικά λυρικό απολογισμό ζωής.
Το «βράδιασμα» και ο ερχομός του Νοεμβρίου που συμβολίζει το φθινόπωρο της ζωής ή το τέλος μιας εποχής, αναγκάζουν τον ποιητή να κοιτάξει προς τα μέσα.
Η κλειστή πόρτα και οι κατεβασμένες κουρτίνες δημιουργούν ένα σκηνικό απόλυτης απομόνωσης και εσωτερικότητας.
Η συνειδητοποίηση ότι η ζωή συχνά χάνεται για «πράγματα ασήμαντα» (μια λέξη, ένα κλειδί) και η αίσθηση της ερήμωσης (ο ταχυδρόμος που δεν έρχεται, οι φίλοι που έφυγαν χωρίς διεύθυνση) είναι κυρίαρχα στοιχεία στο ποίημα.
Παρά τη θλίψη και τις απώλειες, οι νύχτες διατηρούν το «άρωμα βιολέτας». Η ανάμνηση, ακόμη κι αν πονάει, είναι αυτή που δίνει νόημα και ομορφιά στο παρελθόν.
Μια από τις πιο δυνατές εικόνες του ποιήματος είναι ο ορισμός της μουσικής ως «η θλίψη εκείνων που δεν πρόφτασαν ν’ αγαπήσουν», μια βαθιά υπαρξιακή αναφορά στις χαμένες ευκαιρίες για σύνδεση.
Το ποίημα κλείνει με την υπαρξιακή αγωνία του θανάτου και, κυρίως, της ανυπαρξίας που αφήνει πίσω του ο άνθρωπος όταν «κανείς δεν θα μας θυμηθεί».
Ο Λειβαδίτης καταφέρνει με απλές, καθημερινές λέξεις να αγγίξει τα πιο σύνθετα και πανανθρώπινα συναισθήματα όπως τη μοναξιά, τη νοσταλγία, το πέρασμα του χρόνου και την ανάγκη του ανθρώπου να έχει αγαπήσει και να έχει αγαπηθεί πριν «φύγει».