Ένα θαυμάσιο διήγημα αλλοτινών εποχών για τη χαρά της σχολικής εκδρομής του Κώστα Ι. Περδίκη

Ημερομηνία: 11-04-2022

  ΑΝΤΊΛΑΛΟΙ   

                                    Λόγου και Τέχνης                                                  

                                                                 Του ’50 οι εκδρομείς

                                                   Γράφει ο λογοτέχνης συγγραφέας Κώστας Ι. Περδίκης

 

«Αύριο παιδιά θα πάμε εκδρομή».

Την ανακοίνωση την έκανε πάντα ο διευθυντής, αμέσως μετά την προσευχή, την προηγούμενη μέρα και γινόταν δεκτή από τους μαθητές και τις μαθήτριες του δημοτικού με χαρούμενα ξεφωνητά και παλαμάκια. Έπρεπε, βλέπετε, να δοθεί λίγος χρό­νος για τις απαραίτητες προετοιμασίες.

Να προλάβει η μητέρα μας να τηγανίσει τα κεφτεδάκια και τις πατάτες και να μας τα βάλει μετά  στο μικρό σκεπαστό αλουμι­νένιο καραβανάκι. Να βρούμε το παγούρι και να το γε­μίσουμε νερό, για να το έχουμε  κρεμασμένο από τη ζώνη μας και  να ξεδιψάμε στο περπάτημα. Να φουσκώσουμε τη δερμά­τινη μπάλα, που τότε είχε λαιμό, όχι ακόμη βαλβίδα και μετά να τη ράψουμε προσεκτικά ώστε να είναι τελείως στρογγυλή.

Τέλος να προμηθευτούμε το σχοινένιο διχτάκι για να μπουν μέσα όλα τα παραπάνω και έτσι να είναι πιο βολικό το κουβά­λημά τους. Αργότερα θα βγουν τα πρώτα σακβουαγιάζ, εκείνα με τη φίρμα  Κατράντζος σπορ, με το φερμουάρ στο πάνω μέρος και τα δύο «χέρια», βολικά για  εκδρομές και ταξίδια.

Το πού θα πηγαίναμε το διάλεγαν βέβαια οι δασκάλοι μας. Η επιλογή γινόταν ανάμεσα από τέσσερις, το πολύ πέντε τοπο­θεσίες. Η πιο κοντινή και εύκολη ήταν στην αμμουδιά της πα­ραλίας μας, όμως αυτή είχε το μειονέκτημα ότι εκεί δεν υπήρ­χαν δέ­ντρα για ίσκιο και συνήθως μας πήγαιναν το Φθινόπωρο, που ο ήλιος έκαιγε λιγότερο. Η άλλη ήταν το πευκοδάσος του Κακόβατου. Μια πιο μακρινή ήταν ο Μπούρμπουλας με τη βρύση του, μια όμορφη τοποθεσία, δίπλα στο δρόμο που πάει για τη Γλάτσα. Ακόμη μια πιο συνηθισμένη επιλογή ήταν αυτή στο Ξεροχώρι, σε ένα μεγάλο λιοστάσι, λίγο πριν φθάσουμε στο χωριό.

Στον Καϊάφα, θυμάμαι, είχαμε πάει στη δεύτερη τάξη με το τραίνο, όχι με τα πόδια και βγάλαμε μια φωτογραφία στα πεύκα απέναντι από τον σταθμό, που από τότε τη φυλάω σαν πολύ­τιμο ενθύμιο. Μια χρονιά, που ήμουνα στην έκτη, πήγαμε στην Παλιόβρυση, που κι εκεί υπήρχε μια μικρή βρύση και με τον δάσκαλό μας, τον τότε διευθυντή κύριο Θανάση, κεντρώσαμε αγραπιδιές για να γίνουν ήμερες αχλαδιές. Κάποιος μου ’λεγε πρόσφατα ότι μερικές από αυτές τώρα είναι κοτζάμ δέντρα.

Η τοποθεσία που τελικά θα επιλεγόταν, εκτός από ίσκιο, θα έπρεπε να έχει μια μεγάλη ισοτοπιά, που να μπορούμε να παί­ζουμε ποδόσφαιρο, ή όποιο άλλο παιχνίδι και άπλα για να κα­θόμαστε άνετα, παρέες-παρέες, κάτω από τα δέντρα. Ένα με­γάλο λιοστάσι ή το πευκοδάσος ήταν ό,τι έπρεπε. Αν υπήρχε κοντά και καμία βρύση με πόσιμο νερό, ακόμη κα­λύτερα.

Οι δάσκαλοι όμως κοίταζαν να εξασφαλίσουν και κάτι ακόμη σημαντικό γι αυτούς. Φρόντιζαν να υπάρχει εκεί κοντά και κα­νένα σπίτι, που ο νοι­κοκύρης του   και η κυρά του θα τους εξα­σφάλιζαν ένα πρό­χειρο μεσημεριανό γεύμα.

Εκείνοι, από τη μεριά τους, έκαναν το παν για να τους περι­ποιηθούν και να τους ευχαριστήσουν. Το θεωρούσαν μεγάλη τους τιμή που θα φιλοξενούσαν τους ανθρώπους, που μάθαιναν γράμματα στα βλαστάρια τους και τους πρόσφεραν απλόχερα ό,τι καλύτερο είχαν στο σπι­τικό τους, από κρασί, τσιγαρίδες[1], ζυμωτό ψωμί και φρούτα.

Το πρωινό μας ξύπνημα τη μέρα της εκδρομής δεν ήταν βα­ρετό όπως όταν είχαμε σχολείο, αλλά ζωηρό και κεφάτο. Μα­ζευό­μαστε στην ώρα μας στο προαύλιο, πανέτοιμοι και μετά από λίγο έμπλεοι χαράς και προσδοκιών ξεκινούσαμε την πο­ρεία, περπατώντας στοιχημένοι-ζυγισμένοι δυο-δυο στη δεξιά άκρη του δρόμου.

Για να μην μας φαίνεται ατέλειωτη η απόσταση αρχίζαμε να τραγουδάμε, κάνοντας πλάκα, το: «μπάρμπα Γιάννη κανατά» , το: «έλα βρε Χαραλάμπη να σε παντρέψουμε» ή ό,τι άλλο σχε­τικό ξέραμε. Τα λιγοστά αυτοκίνητα που περνούσαν, μας χαι­ρέταγαν κορ­νάροντας, όπως και οι χωρικοί που καβάλα στα ζώα τους πή­γαιναν πρωί-πρωί στις δουλειές τους.

Φτάνοντας, ο ήλιος είχε ανέβει για τα καλά.

Το πρώτο που έκαναν οι δάσκαλοί μας, πριν “τους ζυγούς λύ­σατε” ήταν να μας δώσουν τις τελευταίες τους οδηγίες και συμ­βουλές, όπως: να παίζουμε ήσυχα, χωρίς τρέλες και τσακωμούς για να αποφύγουμε τραυματισμούς και άλλες δυσάρεστες κα­ταστάσεις.

Εκείνοι διάλεγαν ένα μεγάλο δέντρο με παχιά σκιά, λίγο παρά-μερα, έτσι ώστε από κει να μας βλέπουν και να επιτηρούν τις κινήσεις μας, χωρίς όμως να μας έχουν συνέχεια στα πόδια τους, να τους μετράμε τις μπουκιές τους. Η νοικοκυρά του σπι­τιού έστρωνε κάτω από το δέντρο δυο δικά της αντρομίδια, που  πάνω τους ξάπλωναν απολαμβάνοντας τη  φύση αλλά και τα προσφερόμενα εδέσματα.

Εμείς, τ’ αγόρια, λυσσάγαμε παίζοντας ασταμάτητα ποδό­σφαιρο, ενώ τα κορίτσια προτιμούσαν πιο ήσυχα παιχνίδια, βό­λεϊ ή κουτσό. Από τις δασκάλες όλο και κάποια πήγαινε κοντά τους και  τις ξεσήκωνε να πιάσουν τον χορό, τραγουδώντας όλες μαζί. Όμως παρ’ όλες τις συμβουλές και οδηγίες, πάντα όλο και κάτι άσχημο θα συνέβαινε. Ένας καυγάς, μια μύτη ανοιγμένη ή  άλλοι μικροτραυματισμοί δεν έλειπαν.

Οι ώρες πέρναγαν ανέμελα, μέσα στο παιχνίδι και τη χαρά, ώσπου να ακουστεί, νωρίς το απόγευμα, η σφυρίχτρα του δά­σκαλου, που σήμαινε ότι έπρεπε να ετοιμαστούμε για την ανα­χώρηση. Από το πολύ παιχνίδι και το ξεφάντωμα, μικρός τότε, έχανα το μυαλό μου. Ήμουνα εντελώς αφηρημένος και πολλές φορές παράταγα εδώ και κει τα πράγματά μου. Το ίδιο συνέ­βηκε και τότε.

Λίγο πριν ξεκινήσουμε διαπιστώνω ότι έλειπε η ζακέτα μου και έντρομος θυμάμαι ότι την είχα κρεμάσει σ’ ένα κλαρί, εκεί που παίζαμε. Αμολιέμαι τρέχοντας, πηδώντας ό,τι έβρισκα μπροστά μου, προς εκείνο το σημείο. Φθάνοντας μπροστά σ’ έναν με­γάλο θάμνο από σκίνα παίρνω φόρα και πηδάω από πάνω του, μην ξέροντας τι ήταν πίσω του. Πέφτω τρία μέτρα πιο χαμηλά και σκάω στο χώμα με το στήθος.

Μου κόβεται η ανάσα, δεν μπορώ να πάρω αέρα και με λού­ζει κρύος ιδρώτας. Είμαι ολομόναχος και αβοήθητος. Προ­σπαθώ και σιγά-σιγά παίρνοντας μικρές αναπνοές συνέρ­χομαι. Ζεμα­τισμένος τρέχω να προλάβω τους άλλους, που κα­τηφόρι­ζαν τον δρόμο.

Το παραπάνω συμβάν με σημάδεψε για τα καλά. Δεν μπό­ρεσα να το ξεχάσω. Είχε όμως και ένα καλό. Με έκανε, από τότε, πιο προσεκτικό και λιγότερο αφηρημένο. Δεν φεύγω από κάπου, πριν ελέγξω πρώτα τα πράγματά μου, μήπως και μου λείπει κάτι.

Φθάναμε στα σπίτια μας, αργά το απόγευμα, ψόφιοι από την κούραση, ευχαριστημένοι, αλλά και τελείως ανήμποροι  να σκεφτούμε τα μαθήματα της επόμενης μέρας. Πέφταμε νωρίς για ύπνο. Την άλλη μέρα οι δασκάλοι μας έδειχναν κατανόηση και οι ώρες περνούσαν με επαναλήψεις των περασμένων μαθη­μάτων. Την μεθεπόμενη, πια, θα ξαναμπαίναμε πάλι στον κανο­νικό ρυθμό του μαρτυρίου μας…

[1] τσιγαρίδες = παστό χοιρινό

 


Ροή