Ένα διήγημα για την αλληλοσφαγή των Ελλήνων κατά τον 3ετή Εμφύλιο Πόλεμο (1946 – 1949)

Ημερομηνία: 10-01-2022

                                           

Ένα εξαιρετικό διήγημα του συμπατριώτη Κώστα Ι. Περδίκη

                                                 Το γράμμα

Το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά. Στον κεντρικό δρόμο της πάνω αγοράς λιγοστοί έκαναν τα βραδινά τους ψώνια, οι πιο πολλοί είχαν χωθεί στο καφενείο του Μουσαμά και στο απέναντι Ζαχαροπλαστείο.

Στο κουρείο του Μήτσου, απέναντι από το καφενείο, η ηλεκτρική λάμπα,  κρεμασμένη από το ταβάνι, φώτιζε ζωηρά τον χώρο και τα πρόσωπα.

Ο Μήτσος μόλις είχε τελειώσει, με σίγουρες και μετρημένες κινήσεις, το άπλωμα της παχιάς σαπουνάδας στο πρόσωπο του πελάτη του. Η όλη διαδικασία του ξυρίσματος ήταν γι’ αυτόν μια πραγματική ιεροτελεστία.

Ο πελάτης με κλειστά μάτια και το κεφάλι γερμένο προς τα πίσω, χαλαρός, περίμενε ν’ αρχίσει το ξύρισμα, παραδομένος στα χέρια του. Ο κουρέας πήρε το ξυράφι από τον πάγκο, το άνοιξε και με το άλλο του χέρι έπιασε από την άκρη το κρεμασμένο πετσί για να το ακονίσει.

Τότε ήταν που το διπλωμένο χαρτάκι ξέφυγε από το πετσί, που ήταν κρυμμένο και έπεσε στο πάτωμα.

Κάπως έτσι άρχισαν όλα…

Ο Μήτσος δεν ήταν μόνο καλός κουρέας, ήταν επίσης και καλός οικογενειάρχης. Με τη Γλυκερία, την κυρά του, είχαν αποκτήσει τέσσερα παιδιά, μια θυγατέρα και τρεις γιους. Ζούσαν νοικοκυρεμένα με όσα έβγαζε το μαγαζί και με όσα τους έδινε το χωράφι τους στον Λούρο και οι καμιά δεκαπενταριά ρίζες ελιές στο Στροβίτσι.

Για τον Μήτσο όλοι οι συμπολίτες του μόνο καλό λόγο είχαν να  πούνε. Αν και αγράμματος ήταν πολυτεχνίτης, έπιαναν τα χέρια του. Ό, τι και να σκαρφιζόταν το κεφάλι του μπορούσε να το φτιάξει με τέλεια μαστοριά.

Στο κουρείο του έμπαινε όποιος ήθελε να κουρευτεί και να ξυριστεί, ο Μήτσος δεν έκανε διακρίσεις. Τον οβολό του καθε¬νός τον είχε ανάγκη. Πλούσιος ή φτωχός, γέρος ή νιος, δεξιός ή αριστερός όλοι ήσαν καλοδεχούμενοι. Μεταξύ των θαμώνων, σχεδόν μόνιμοι, ήσαν και δυο τρεις χωροφύλακες. Έβρισκαν βολικό το κουρείο, στο κέντρο της αγοράς και το είχαν  κάνει στέκι τους για να περνούν την ώρα τους, καθώς δεν σκοτώνονταν και στην πολλή  δουλειά.

Εκείνα τα δυο χρόνια ο τόπος μας είχε περάσει μαύρες μέρες. Τρεις φορές οι αντάρτες είχαν επιτεθεί και επιχειρήσει να πάρουν την πόλη μας, καθότι η θέση της ήταν νευραλγική. Δεν τα είχαν καταφέρει. Όμως, πολλές ψυχές χάθηκαν, πολλά κορμιά  έπεσαν κι από τη μια και από την άλλη πλευρά, στις άγριες εκείνες μάχες. Νέα παιδαρέλια, εικοσάχρονα, που μόλις είχαν καταταγεί στη χωροφυλακή, αλλά και άλλα, που ’χαν βγει αντάρτες στο βουνό.

Ο κόσμος χωρισμένος, οι από δω και οι από κει. Φόβος, καχυποψία και κουβέντες λιγοστές. Στη μικρή μας κοινωνία μια μαυρίλα είχε πέσει. Από ένα κουτσομπολιό, από μια λάθος κουβέντα, σκόπιμα ή όχι ειπωμένη, μπορούσες απ’ τη μια στιγμή στην άλλη να βρεθείς πολύ άσχημα μπλεγμένος.

Ο χωροφύλακας, που ήταν πιο κοντά στον πάγκο έσκυψε να μαζέψει το πεσμένο χαρτί, αλλά ο άλλος, ο ανώτερός του, υποψιασμένος φαίνεται, πρόλαβε και του τ’ άρπαξε από το χέρι κάνοντάς του μια απαξιωτική γκριμάτσα, σαν να του ’λεγε, «δεν ξέρεις εσύ». Έριξε στο χαρτί μια γρήγορη ματιά και χωρίς να πει κουβέντα έφυγε αφήνοντας πίσω του την πόρτα μισάνοιχτη.

Το άλλο πρωί ήλθαν και πήραν τον Μήτσο. Ίσα που πρόλαβαν οι δικοί του να του βάλουν σ’ ένα σακούλι δυο, τρεις  αλλαξιές. Ακολούθησε η δίκη και η καταδίκη του σε θάνατο, με την κατηγορία ότι ήταν αριστερός και διακινούσε μηνύματα μεταξύ των ανταρτών.

Με άλλους θανατοποινίτες τον μετέφεραν στο χωριό Κάλαμος, κοντά στα Χανιά. Την παραμονή της εκτέλεσής του πάνω σ’ ένα κομμάτι χαρτί, που βρήκε μπροστά του, έγραψε το γράμμα:

Εν Καλάμω τη 18-7-1949

Αγαπητή μου Γλυκερία, παιδιά μου, Ντίνα, Γιώργο, Σπύρο και Γιάννη γεια σας.

Το τελευταίο μου γράμμα, αύριο πάω εις την εκτέλεση.

Να μην στενοχωρηθείτε καθόλου.

Το χωράφι και το σπίτι του κοριτσιού και τα παιδιά να μην αξιώσουν από αυτά.

Μόνο η Ντίνα και επίσης τα παιδιά να κοιτάξουν τη μητέρα τους και να πάρουτε τη σύνταξή μου και εάν θέλει η Ντίνα να παντρευτεί, όπως η Ελένη της Αγαθοκλίνας.

Εις το 1951 δικαιούμαι τη σύνταξή μου.

Να συγχωρήσουτε τους εχτρούς μας και μη ζητήσετε εκδίκηση.

Την εκδίκηση θα την κάνει ο Παντοδύναμος.

Σας φιλώ όλους.

Γιάννη να ακούς τη μητέρα σου και τη Ντίνα.

Όλοι την ευχή μου.

Εις τη σύζυγό μου να μην κλάψει καθόλου, τα παιδιά μου επίσης.

Ο πατέρας σας

Δ.Γ.Κολώκας

Ποτέ στην πολιτική να μην ανακατευτούνε  τα παιδιά μου.

Να ψηφίζουτε την τάξη σας. Δ.Κ.

Υ.Γ.

Τον Μήτσο τον θάψανε εκεί, στον Κάλαμο Χανίων, μαζί με τους άλλους εκτελεσμένους, σ’ έναν ομαδικό τάφο. Σε μια μαρμάρινη πλάκα είναι γραμμένα τα ονόματά τους και ο τόπος καταγωγής τους. Οι δικοί του άνθρωποι δεν έμαθαν ποτέ αν έκανε δήλωση μετάνοιας ή αίτηση για να του δοθεί χάρη…

(Από το βιβλίο ”Τέρμα Φραγκοκκλησιάς”, 2021)

 Βιογραφικό:

Ο Κώστας Ι. Περδίκης γεννήθηκε στη Ζαχάρω Ηλείας το 1949.

Σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός στο Ε.Μ.Π.

Εργάσθηκε σαν μηχανικός στον Ιδιωτικό και Δημόσιο Τομέα.

Έχει εκδώσει τέσσερις συλλογές διηγημάτων:

”Σινική Μελάνη”, 2014

”Μικρές Ιστορίες”, Οροπέδιο 2016

”Ματιές”, εκδ. Παπαηλιού 2018

”Τέρμα Φραγκοκκλησιάς”, εκδ. Παπαηλιού 2021

Και το

”Μικρό Γλωσσάρι”, εκδ. Παπαηλιού 2021

 

 


Ροή