Το ποίημα της Κυριακής *** Με το ποίημα «Λάζαροι» της Γλυκερίας Μπασδέκη *** Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου, Φιλόλογος – ποιήτρια – συγγραφέας

Το ποίημα της Κυριακής
Με το ποίημα «Λάζαροι»
της Γλυκερίας Μπασδέκη

Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου
Φιλόλογος, ποιήτρια, συγγραφέας
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΡΙΑ
H Γλυκερία Μπασδέκη γεννήθηκε στη Λάρισα το 1969. Σπούδασε Ιστορία, ελληνική φιλολογία και δημιουργική γραφή. Ζει στην Ξάνθη και εργάζεται ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές “Είναι επικίνδυνο ν’ ανοίγεις την πόρτα σου σε άγνωστες μικρές” (Πλέθρον, 1989), “Σύρε καλέ την άλυσον” (Ενδυμίων, 2012, β’ έκδ. Bibliotheque, 2014), “Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης” (Bibliotheque, 2016) και “Μία βοήθεια, παρακαλώ!” (Bibliotheque, 2018). Διηγήματά της συμπεριλαμβάνονται σε συλλογικές εκδόσεις. Διατηρεί το blog “Crying Game” (lifo.gr) και αρθρογραφεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. Στο θέατρο έχουν παρουσιαστεί τα έργα της “Στέλλα travel/η γη της απαγγελίας” (σκην. Bijoux de kant/Γ. Σκουρλέτης, Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης, 2013), “Ραμόνα travel/η γη της καλοσύνης” (σκην. Bijoux de kant/Γ. Σκουρλέτης , Φεστιβάλ Αθηνών, 2014), “Donna abbandonata ή Πολύ με στεναχωρήσατε κύριε Γιώργο μου” (σκην. Θ. Γκόνης, Φεστιβάλ Φιλίππων, 2014), “Αχ!/(ξανα)διαβάτττζοντας την κερένια κούκλα του Χρηστομάνου” (σκην. Bijoux de kant/Γ. Σκουρλέτης, Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης, 2014), που εκδόθηκαν σ’ έναν τόμο (“Τέσσερα θεατρικά”, εκδ. Bibliotheque, 2015).
Ας διεισδύσουμε στην υπαρξιακή ειρωνεία του ποιήματος:
ΛΑΖΑΡΟΙ
Tου Λαζάρου γιορτάζουν οι ξεγραμμένοι.
Τους έχεις κάνει τα μνημόσυνα, έβγαλες και
το φραπεδάκι της παρηγοριάς,
μην τους είδατε μην τους απαντήσατε,
είπες.
Κι έρχεται το Σάββατο και σου την φέρνουν.
Κλαπ κλαπ το ξεφορτώνονται το σάβανο
και σου χτυπάνε το κουδούνι πρωινιάτικα.
Οι νεκραναστημένοι.
Αυτοί που δεν υπολόγιζες.
Αυτοί που πίνεις απ΄ το ποτήρι τους και τρως απ’ το πιάτο τους.
Άντε τώρα να κρύψεις τον καινούριο στην ντουλάπα.
Άντε τώρα να εξηγείς πως βρέθηκες με το κοστούμι
το Παρασκευόπουλος του μακαρίτη έτοιμος για ραντεβουδάκι.
Δεν είναι να το πάρεις απόφαση μαζί τους.
Οι Λάζαροι έχουν τον απέθαντο.
Την ξετυλίγουν την γάζα στο πι και φι.
Κάθονται στο κουζινάκι και σ’ απολαμβάνουν έντρομο
να σου πέφτουν τα ποτήρια απ’ το ξαφνικό.
Έχουν κολλητιλίκια με τα υπερπέραντα οι Λάζαροι
και θα τους ξαναδιορίσει ο Αρχηγός.
Μη βιάζεσαι να τους πεθάνεις.
ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
H ποιήτρια εμπνέεται από την ανάσταση του Λαζάρου. Παίζει με τη θρησκευτική και λαϊκή φόρτιση του «Λαζάρου» (γίνεται αναφορά στην ανάσταση), αλλά τη μεταφέρει σε μια σύγχρονη, ειρωνική και σχεδόν σατιρική πραγματικότητα.
Βασική ιδέα του ποιήματος είναι οι άνθρωποι που έχουμε «ξεγράψει». Σχέσεις που θεωρούμε τελειωμένες, πρόσωπα που νομίζουμε ότι ανήκουν στο παρελθόν. Η ποιήτρια τους παρουσιάζει σαν «νεκραναστημένους» αφού επιστρέφουν απρόσμενα, ανατρέποντας την ψευδαίσθηση ότι έχουμε κλείσει το κεφάλαιο μαζί τους και έχουμε προχωρήσει.
Με γλώσσα καθημερινή, με χιούμορ και έντονες εικόνες (το σάβανο που «ξεφορτώνεται», το κουδούνι που χτυπά πρωί), δημιουργεί ένα σκηνικό σχεδόν κωμικοτραγικό. Η ειρωνεία κορυφώνεται στις σκηνές αμηχανίας, όπου ο αφηγητής προσπαθεί να κρύψει τη νέα του ζωή («τον καινούριο στην ντουλάπα») από το παρελθόν που επιστρέφει.
Οι «Λάζαροι» συμβολίζουν:
το παρελθόν που δεν πεθαίνει εύκολα
τις σχέσεις που αφήνουν ανοιχτούς λογαριασμούς
τη συναισθηματική αυταπάτη ότι μπορούμε να «θάψουμε» ανθρώπους μέσα μας
Στην κατακλείδα του ποιήματος δίνει και το βασικό μήνυμα: μην είσαι βιαστικός να «τελειώνεις» με τους ανθρώπους. Κάποια πράγματα επιστρέφουν, είτε γιατί δεν έκλεισαν σωστά είτε γιατί έχουν βαθύτερη σημασία απ’ όσο νομίζαμε.
Η ποιήτρια συνδυάζει το χιούμορ και την υπαρξιακή παρατήρηση, δείχνοντας πόσο απρόβλεπτες και ανθεκτικές είναι οι ανθρώπινες σχέσεις.