Το ποίημα της Κυριακής *** Με την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ *** Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου, Φιλόλογος – ποιήτρια – συγγραφέας

Το ποίημα της Κυριακής
Με την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ

Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου
Φιλόλογος, ποιήτρια, συγγραφέας
Η ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ
Η ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ γεννήθηκε στην Αθήνα τον Φεβρουάριο του 1939. Γονείς της ήταν ο δικηγόρος Γιάννης Αγγελάκης και η Ελένη Σταμάτη. Ήταν βαφτισιμιά και πνευματική κόρη του Νίκου Καζαντζάκη Νίκου Καζαντζάκη, που ήταν φίλος του πατέρα της. Μόλις στα 17 της χρόνια δημοσίευσε στο περιοδικό Καινούργια Εποχή το ποίημα της «Μοναξιά» μετά από παρότρυνση του Νίκου Καζαντζάκη, ο οποίος έστειλε γράμμα στον Γιάννη Γουδέλη, τον διευθυντή της Καινούργιας Εποχής γράφοντας: «Παρακαλώ, δημοσιεύστε αυτό το ποίημα, το έχει γράψει μία κοπέλα που δεν έχει βγάλει ακόμα το γυμνάσιο. Είναι το ωραιότερο ποίημα που διάβασα ποτέ!» Από τότε άνοιξε ο δρόμος για την ενασχόλησή της με την ποίηση και τη μετάφραση.
Άρθρα για την ποίηση και την μετάφραση της ποίησης έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες. Το έργο της έχει μεταφραστεί σε περισσότερες των δέκα γλωσσών και ποιήματά της εμπεριέχονται σε λογοτεχνικές ανθολογίες. Αρχή και τέλος για εκείνη υπήρξε η ποίηση του Καβάφη. Σπούδασε ξένες γλώσσες στην Αθήνα, τη Γαλλία και την Ελβετία. Ήταν διπλωματούχος μεταφράστρια-διερμηνέας. Είχε μεταφράσει, μεταξύ άλλων, Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν, Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Μαγιακόβσκι, Ουίλλιαμ Σαίξπηρ κ.ά. Η ποίησή της διακρίνεται από μια έντονη καταφυγή σε φανταστικές χώρες. Το 2014 συμμετείχε στην ταινία Μητριαρχία.
Απεβίωσε στις 21 Ιανουαρίου 2020.
«Τα γράμματα» της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ
Θυμάμαι είχα δει ένα όνειρο
για τα γράμματα και πού να τα βρω…
Το Άλφα θα το ’βρισκα σε άγριο τοπίο
φτερό ανάσα άσπρου πουλιού σ’ αγκάθι σκαλωμένο.
ν’ αλαφρώσει το βάρος του ήλιου που πέφτει
ν’ αντέξω την τέφρα της νύχτας
κάθε φορά η τελευταία νύχτα.
Το Γάμα στα γλυκά της μάνας μου.
Γιόρταζε εκείνη τη γέννηση μου πιο πολύ από μένα
σαν πλησίαζα λουσμένη, καθαρή
να της υποσχεθώ πως ζούσα, παρ’ όλα αυτά
ζούσα και σιγομουρμούριζα τραγούδια
με την παράφωνη ύπαρξή μου, παρ’ όλα αυτά.
Κι ήταν κι εκείνο το Έψιλον
έβλεπα στον ύπνο μου ότι καμιά του λέξη
δεν καταλάβαινα, ούτε αυτόν τον έρωτα.
Κι έψαχνα σε βουνά λεξικά
και μόνο Ενοχή έβρισκα
που δεν ήτανε σβησμένη.
Θα ’γραφα ένα μεγάλο γράμμα στα γράμματα.
Θα τους έλεγα πως δεν φταίνε αυτά
όταν λαθεύω, όταν ανορθόγραφα εξομολογούμαι
όταν παρερμηνεύω τις καλοσύνες της ημέρας
όταν πέφτω σε παράπτωμα
λέω παράπτωμα και εννοώ
για το θάνατο να ζητώ εξηγήσεις.
Αγαπημένα μου γράμματα θ’ άρχιζα
χαϊδεμένα μου φωνήεντα, ανθεκτικά σύμφωνα
πώς βγήκατε ξαφνικά σαν μυρμήγκια από τη γη
και μπήκατε σε μια σειρά, σ’ ένα σκοπό
μαυριδερά με κόκκινες βούλες μουσικής.
Εσείς ίσως ξέρετε
γιατί εγώ δεν ξέρω πώς πλάστηκα
από πού έρχονται εκείνα τα δάκρυα
που εσείς με τόση φυσικότητα περιγράφετε
τι είναι αυτό που νοσταλγώ σαν να το γνώρισα
ξέχασα σα να το ’χα ζήσει
το περιμένω σαν να μου το υποσχέθηκαν
το φοβάμαι σα να με φοβέρισαν
και μοιάζει με νερό
ανατριχιάζει όμως συνάμα, τρέμει
γιατί μόνο αυτό ξέρει
με μια κίνηση να κρύβει και ν’ αποκαλύπτει
το τίποτα.
Για το ποίημα
Το ποίημα είναι μια στοχαστική, εσωτερική περιπλάνηση γύρω από τα ίδια τα γράμματα της αλφαβήτου. Και μέσω αυτών, γύρω από την ουσία του λόγου, της ύπαρξης, της εμπειρίας και του νοήματος. Τι σημαίνουν τα γράμματα σε σχέση με τη ζωή και το συναίσθημα; Η ποιήτρια τα βλέπει όχι ως απλά συμβολικά σημεία, αλλά ως εμπειρίες και εικόνες ζωής.
Το ποίημα δεν είναι μια απλή περιγραφή της αλφαβήτου αλλά μια μέθη στον λόγο και στην αδυναμία του λόγου να συλάβει την ουσία.
Αυτή η στάση καταδεικνύει βαθιά επίγνωση του ποιητικού λόγου ως εμπειρία και όχι απλά ως σύστημα ορθογραφίας.
Τα γράμματα λειτουργούν για την ποιήτρια, ως μικρές «πύλες» στη μνήμη και στο συναίσθημα. Δεν υπηρετούν μόνο την γλωσσική δομή του λόγου, αλλά την αντίληψη που έχουμε για τον κόσμο και για τον εαυτό μας.
Το ποίημα πραγματεύεται τη σχέση της ποιήτριας με τη γλώσσα, τα γράμματα και με την ίδια την ύπαρξη. Τα γράμματα προσωποποιούνται και αποκτούν συμβολικό βάρος. Δν είναι απλώς εργαλεία έκφρασης, αλλά φορείς της μνήμης, της ενοχής, του έρωτα και της αγωνίας.
Άλφα, Γάμα, Έψιλον επιλέγει η ποιήτρια…
Κάθε γράμμα συνδέεται με μια βασική εμπειρία:
Το Άλφα με την αρχή, τη φύση, το βάρος της ζωής και τον αγώνα για αντοχή.
Το Γάμα με τη μητέρα, τη γέννηση και την επιβεβαίωση της ύπαρξης.
Το Έψιλον με την αδυναμία κατανόησης της γλώσσας και του έρωτα, που οδηγεί στην ενοχή.
Η ποιήτρια, επίσης, αναγνωρίζει ότι η αδυναμία της έκφρασης (λάθη, ανορθογραφίες, παρερμηνείες) δεν οφείλεται στα γράμματα, αλλά στην ανθρώπινη προσπάθεια να ερμηνευτεί το ανεξήγητο: η ζωή, ο θάνατος, η νοσταλγία.
Στο τέλος, η γλώσσα εμφανίζεται ως μέσο που μπορεί ταυτόχρονα να αποκαλύπτει και να κρύβει το «τίποτα», δηλαδή το υπαρξιακό κενό.
Τα γράμματα γνωρίζουν όσα ο άνθρωπος αγνοεί, αλλά δεν δίνουν οριστικές απαντήσεις.
Η ποίηση και η γλώσσα είναι η μόνη γέφυρα του ανθρώπου με το άγνωστο, χωρίς όμως να αναιρούν την αγωνία και την αβεβαιότητα της ύπαρξης.