ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΜΙΧΑΛΗ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗ *** ΓΡΑΦΕΙ Η ΚΑΛΛΙΟΠΗ Ι. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ

Το ποίημα της Κυριακής…
Mε τον ποιητή Μιχάλη Σταυρακάκη

Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου
Φιλόλογος, ποιήτρια, συγγραφέας
ΜΙΧΑΛΗΣ (ΝΙΔΙΩΤΗΣ) ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ
Ο Μιχάλης Σταυρακάκης (Νιδιώτης) γεννήθηκε το 1928 στα Ανώγεια Μυλοποτάμου. Το 1943 οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ Ανωγείων.
Στις 30.4.1944 τον συνέλαβαν οι Γερμανοί κατακτητές στο Αρκάδι Μονοφατσίου μαζί με άλλους πατριώτες και τους οδήγησαν στις φυλακές του Χουδετσίου, απ’ όπου όμως δραπέτευσαν.
Το 1950 εκλέχτηκε μέλος του Δ.Σ. του Κτηνοτροφικού Συλλόγου Ανωγείων και έναν χρόνο αργότερα συνελήφθη και πάλι με την κατηγορία ότι έγραφε κομμουνιστικά συνθήματα στους τοίχους του Δημοτικού Σχολείου.
Το 1954 εκτοπίστηκε για δύο χρόνια στο Γύθειο Λακωνίας και το 1957 εκλέχτηκε στο Γραφείο της Ε.Δ.Α. Ανωγείων, ενώ το 1958 εκλέχτηκε αναπληρωματικό μέλος της ΝΕ Ηρακλείου της ΕΔΑ.
Το 1982 εκλέχτηκε μέλος της ΝΕ Ηρακλείου του ΚΚΕ, ενώ το 1983 με κομματική ευθύνη πρωτοστάτησε στη συγκρότηση της Επιτροπής Ειρήνης στην επαρχία Μονοφατσίου και εξέδιδε την εφημερίδα Ειρήνη.
Τύπωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή το 1978 με τον τίτλο “Ποιήματα”. Από αυτήν την πρώτη συλλογή το 1983 ο Γ. Μαρκόπουλος μελοποίησε πέντε ποιήματα. Ένα από αυτά είναι το γνωστό «Προσκυνώ τη χάρη σου, λαέ μου». Αυτή η μελοποίηση αποτέλεσε την επισφράγιση της γενικότερης αναγνώρισης και καταξίωσης των ποιημάτων του Μιχάλη Σταυρακάκη.
Το 1989 η ΟΑΣΝΗ τού απένειμε το βραβείο «Κιλελέρ» και τον ίδιο χρόνο εξέδωσε τη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τον τίτλο “Αιχμές”.
Το 1994 εξέδωσε την τρίτη του ποιητική συλλογή με τίτλο “Ντούκου-ντούκου το σοφαδάκι”.
Τα ποιήματά του διαθέτουν έντονα ταξικά χαρακτηριστικά, υπερασπίζονται την κοινωνική δικαιοσύνη, την ειρήνη, τη διεθνιστική αλληλεγγύη και παράλληλα ο λυρισμός τους είναι ερωτικός και νοσταλγικός. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά και στα αγγλικά.
«Έφυγε» από τη ζωή τον Ιούλη του 2000.
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Γράμμα σε μια Αφρικάνα
Τώρα που σου γράφω, Χαϊμαλίνα,
από το πιο ψηλό βουνό της Κρήτης,
ροβολώ τα πρόβατά μου
στον ίσκιο ενός ασφένταμου.
Έχω πρόβατα λευκά
σαν το λευκό μου χρώμα.
Έχω πρόβατα μαύρα,
σαν το δικό σου χρώμα, Χαϊμαλίνα.
Το αίμα τους είναι ίδιο, κόκκινο,
σαν το δικό μας αίμα, Χαϊμαλίνα.
Ρωτάω τα πρόβατά μου
πώς μοιράζονται στα ίσα
τον ίσκιο του ασφένταμου.
Κι έχουν λευκά και μαύρα,
τα ίδια δικαιώματα,
ενώ οι άνθρωποι σκοτώνονται
μοιράζοντας μια πήχη γης.
Αρμέγω τα πρόβατά μου
και φτιάχνω το γάλα τους τυρί.
Μια φορά το χρόνο,
κουρεύω τα πρόβατά μου,
κι η γυναίκα μου στο τελάρο ολημερίς
φτιάχνει ρούχα μαύρα και λευκά.
Εσύ, Χαϊμαλίνα,
δεν γνωρίζεις εμάς τους λευκούς,
που φτιάχνουμε το τυρί,
τις γυναίκες μας
που φτιάχνουν τα ρούχα στο τελάρο.
Εσύ γνωρίζεις τους άγριους λευκούς,
που ήρθαν στην πατρίδα σου,
και σκοτώνουν τα αδέρφια σου.
Αυτοί που κλέβουν το βιός σου, Χαϊμαλίνα,
κλέβουν και το δικό μου τυρί.
Το ποίημα, “γράμμα σε μια Αφρικάνα” γράφτηκε το 1978 από τον Μιχάλη Σταυρακάκη, βοσκό και κάτοικο Ανωγείων.
ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Το ποίημα «Γράμμα σε μια Αφρικάνα» του Μιχάλη Σταυρακάκη, γραμμένο το 1978, είναι ένα ποίημα αλληλεγγύης, ανθρωπιάς και καταδίκης της βίας και της εκμετάλλευσης.
Ο ποιητής, μέσα από την εικόνα ενός Κρητικού βοσκού, απευθύνεται στη Χαϊμαλίνα, μια Αφρικανή γυναίκα. Ξεκινά από την καθημερινότητα του ποιμένα: τα λευκά και μαύρα πρόβατα, τον ίσκιο του ασφένταμου, το γάλα, το τυρί και το μαλλί. Η συνύπαρξη των λευκών και μαύρων προβάτων λειτουργεί ως συμβολική εικόνα της ανθρώπινης ισότητας: διαφορετικό χρώμα, αλλά ίδιο αίμα και ίδια δικαιώματα.
Η αντίθεση ανάμεσα στα πρόβατα και στους ανθρώπους είναι κεντρικό στοιχείο. Τα πρόβατα «μοιράζονται στα ίσα» τον ίσκιο, ενώ οι άνθρωποι σκοτώνονται για μια πήχη γης. Έτσι ο ποιητής καταδικάζει τον πόλεμο, την ιδιοκτησιακή βία και την αδικία.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η διάκριση ανάμεσα στους «λευκούς» του ποιητή και στους «άγριους λευκούς» που γνωρίζει η Χαϊμαλίνα. Ο ίδιος αισθάνεται ότι ανήκει στους απλούς ανθρώπους που μοχθούν για να ζήσουν και όχι σε εκείνους που, στο όνομα της φυλής ή της δύναμης, καταπιέζουν και σκοτώνουν.
Το τέλος συμπυκνώνει το βασικό μήνυμα του ποιήματος: η αδικία απέναντι στον άλλον γίνεται τελικά αδικία απέναντι σε όλους. Το «δικό σου βιος» και το «δικό μου τυρί» γίνονται σύμβολα μιας κοινής ανθρώπινης μοίρας.
Πέρα από χρώμα, φυλή, τόπο και σύνορα, οι άνθρωποι έχουν το ίδιο αίμα και τα ίδια δικαιώματα. Το ποίημα υπερασπίζεται την ειρηνική συνύπαρξη και την αλληλεγγύη των απλών ανθρώπων απέναντι στη βία και την εκμετάλλευση.