Το ποίημα της Κυριακής *** Για τη γιορτή της Ποίησης *** με τον Άγγελο Ήβο *** Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου, Φιλόλογος – συγγραφέας – ποιήτρια
Το ποίημα της Κυριακής
Για τη γιορτή της Ποίησης,
με τον Άγγελο Ήβο

Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου
Φιλόλογος, συγγραφέας, ποιήτρια
Ποιητής ελάσσων, παρεπιδημών εις τα δυτικά έλη της ελληνικής επαρχίας. Θεματογραφία απλή έως και απλοϊκή: η γυνή, ο θάνατος και ο έρως – σαρκικός μάλλον .
Γλωσσικός κώδιξ: ανάμεικτος, στρυφνός, επιρρεπής εις λογοπαίγνια. Κατ’ ανάγκην δυσμετάφραστος.
Εργογραφία:
Παραδόσεις Απαλής Ανατομίας ( Ίβυκος 1999)
Νηών Κατάλογος ( Ίβυκος 2002)
Των Γυναικών τα Στήθη ( Ίβυκος 2004),
Εικαστική Απεικόνισις Έκτορος Κακναβάτου (κυκλοφόρησαν δοκίμια έξι)
Έργα άλλα, με ονόματα άλλων
Ψ-ολυμπιάς ( Περίπλους 2004)
Τα Μυστήρια των Ταμπελών ( Ίβυκος…)
Εγχειρίδιο Αρχαιοκαπηλίας ( Περίπλους 2002)
Ξερολιθιά ( Πάροδος 2000)
Ορέων και Θανάτων ( Ίβυκος 1999)
Αχε ( Μαυρίδης 1980)
Η ερωτική γεωγραφία των Ελλήνων (Λεξικό)
Το Κατά Ήβον Ευαγγέλιον
(το εργοβιογραφικό από: «κύκλος ποιητών δυτικής ακτής»)
Ας σταθούμε στο ακόλουθο ανατρεπτικό ποίημα με τον ευφυή και λεπτό στοχασμό πάνω στην αυθεντικότητα της δημιουργίας και την αλαζονεία της ανθρώπινης γιορτής για την Ποίηση. Ο τίτλος με την επιστημονική ονομασία Arbutus Andrachne της Αγριοκουμαριάς ή Λαφοκουμαριάς είναι μια σκόπιμη επιλογή νομίζω, γιατί δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αντίθεση: ενώ ο τίτλος είναι αυστηρός, ακαδημαϊκός, το περιεχόμενο είναι γεμάτο εικόνες από την ύπαιθρο και με λαϊκή ανθρωπομορφική διάθεση.
Arbutus Andrachne
Ρώτησα χθες στον λόγγο
μια λαφοκουμαριά
-ξέρεις,
μια απ’ αυτές με τον πορτοκαλί κορμό-
πώς νιώθει που θα γιορταστεί ξανά
της ποίησης η μέρα.
Στενοχωριέμαι λίγο, απάντησε,
που δεν με κάλεσαν κι εμένα.
Γράφεις κι εσύ ποιήματα; τη ρώτησα.
Μα ναι, μου είπε, από παιδί,
μα όχι μοναχή μου.
Βάνω τις μέλισσες να κάνουν την πολλή δουλειά.
Εγώ μονάχα ξέρω να ανθίζω.
Θυμάσαι κάνα δέντρο ή θάμνο να χει γίνει ξακουστό;
Θα γίνω εγώ με το πικρό το μέλι;
Μα τι στα λέω αυτά…
Εδώ δεν κάλεσαν ποτέ κανέναν απ’ τους άνεμους
που απαγγέλλουν κάθε μέρα στα κλαδιά μας.
ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Το ποίημα είναι μια τρυφερή και ειρωνική αλληγορία για την ανθρώπινη ματαιοδοξία, αλλά και τη σχέση της φύσης με την τέχνη. Είναι ένα ποίημα χαμηλόφωνο μεν, ανατρεπτικό δε. Μας υπενθυμίζει ότι η ποίηση προϋπάρχει του ανθρώπου και πως ο αληθινός δημιουργός δεν επαίρεται και δεν έχει ως σκοπό του να γίνει επώνυμος, αλλά να παραμείνει πιστός στην ανθοφορία του, στην ποιητική δημιουργία.
Μέσα από έναν διάλογο που προσομοιάζει με σωκρατική ειρωνεία, μετατοπίζει το κέντρο βάρους της ποιητικής τέχνης από το «φαίνεσθαι» στο «είναι».
Το κεντρικό εύρημα του ποιήματος θεωρώ πως είναι η αποστομωτική απάντηση της λαφοκουμαριάς: «Εγώ μονάχα ξέρω να ανθίζω». Εδώ η ποίηση παύει να είναι μια εγκεφαλική διεργασία και επιστρέφει στις ρίζες της ως φυσική ανάγκη. Η ανθοφορία είναι το ποίημα του δέντρου, μια πράξη αθόρυβη, συνεπής και αναπόφευκτη. Το δέντρο δεν «γράφει» ποίηση αλλά είναι το ίδιο η ποίηση.
Σύμφωνα με τον ποιητή, η δημιουργία είναι μια αλυσίδα συνεργασίας των στοιχείων της φύσης, όπου κανείς δεν διεκδικεί την αποκλειστικότητα της υπογραφής, όπως διεκδικεί ο άνθρωπος. Η τέχνη στη φύση παρουσιάζεται ως συνέργεια, είναι συλλογική και αθόρυβη, σε αντίθεση με την ανθρώπινη ανάγκη για αναγνώριση.
Το πλούσιο αλλά πικρό μέλι της λαφοκουμαριάς συμβολίζει την αλήθεια της τέχνης. Η πραγματική ποίηση δεν είναι πάντα γλυκιά και εύπεπτη. Προσφέρει μια ιαματική πικράδα, μια δυσκολία που απαιτεί όμως μυημένο δέκτη. Είναι η ποίηση που δεν χαϊδεύει αυτιά, αλλά θρέφει την ψυχή με την τραχύτητά της.
Το ποίημα στηλιτεύει έντονα την ανθρώπινη ματαιοδοξία που εγκλωβίζει την ποιητική τέχνη σε ημερομηνίες (Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης).
Η κατακλείδα του ποιήματος είναι οι πιο στοχαστικοί στίχοι του, αφού, μέσω της προσωποποίησης, οι άνεμοι που απαγγέλλουν στα κλαδιά είναι οι αόρατοι ποιητές. Το ποίημα υπονοεί ότι η ποίηση προϋπάρχει του ανθρώπου και των θεσμών του. Είναι ο ήχος του ανέμου, η κίνηση των φύλλων, ο κύκλος της ζωής. Το γεγονός ότι δεν κλήθηκαν οι άνεμοι στη γιορτή καταδεικνύει το πόσο περιορισμένη είναι η ανθρώπινη αντίληψη για το τι συνιστά γνήσια τέχνη.
Ο Ήβος μας χαρίζει ένα ποίημα μανιφέστο ταπεινότητας, κάνοντας χρήση της τεχνικής της Ανθρωποποίησης της Φύσης. Το δέντρο αποκτά φωνή και συναισθήματα. Το παράπονο της λαφοκουμαριάς που δεν κλήθηκε στη Γιορτή της Ποίησης σατιρίζει την ανθρωποκεντρική μας αντίληψη: θεωρούμε την ποίηση μόνο δικό μας προνόμιο, αγνοώντας ότι η ίδια η φύση παράγει έργο. Είναι ένα ποίημα καυστικό για την πνευματική αλαζονεία του ανθρώπου. Ο ποιητής υποκλίνεται στην ανωτερότητα του λόγγου, αναγνωρίζοντας ότι οι πραγματικοί δημιουργοί (δέντρα, άνεμοι, μέλισσες) και οι άνθρωποι δεν χρειάζονται βραβεία και ημερομηνίες για να υπάρξουν.
