Το διήγημα του συνεργάτη μας συγγραφέα λογοτέχνη κ. Κώστα Ι. Περδίκη

Ημερομηνία: 21-06-2022

ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ ΛΟΓΟΥ & ΤΕΧΝΗΣ

Γράφει ο συγγραφέας λογοτέχνης κ. Κώστας Ι. Περδίκης

 

 

                             Βόλτα με τον θείο μου

 

Κρατώντας με απ’ το χέρι αρχίσαμε να κατηφορίζουμε την Ηρώδου Αττικού.

Αρχές Ιουλίου, με έναν καταγάλανο ουρανό πάνω μας και με εκείνο το φως, που έκανε τα πάντα να λάμπουν. Είχαμε ξεκινή­σει σχετικά νωρίς για να προλάβουμε την πολλή ζέστη. Το πρό­γραμμα εκτός από την ξε­νάγηση στο κέντρο, είχε και μπάνιο στο Φάληρο. Με τζόκεϊ, σορτσάκι και πέδιλα, έμπλεος χαράς, ανυπομονούσα για ό,τι και­νούργιο θα ’βλεπα εκείνη τη μέρα.

Λίγο παρακάτω κάναμε την πρώτη μας στάση, για να μου δείξει το παλάτι του Βασι­λιά. Δεν μου έκανε μεγάλη εντύπωση, απ’ τα τόσα πολλά που είχα διαβά­σει στα παραμύθια αλ­λιώς το πε­ρίμενα. Οι εύζωνοι, όμως, που καμαρωτοί βημάτιζαν πάνω κάτω, στο πεζοδρόμιο μπροστά από την είσοδο, ήσαν πράγματι ζηλευτοί. Στα δεξιά μας και σ’ όλο το μήκος του δρόμου είχαμε τον Βα­σιλικό κήπο. Μέσα από τα ψηλά κάγκελα έμοιαζε με αληθινό δάσος. Οι φωνούλες των πουλιών και ο σαματάς από τα τζιτζίκια έφταναν μέχρι έξω.

Στο τέλος του δρόμου η ασπράδα από τα μάρμαρα του Στα­δίου με θάμπωσε, καθώς τα έλουζε ο ήλιος. Ήταν όπως το είχα φα­νταστεί, τεράστιο. Απέναντι, απ’ την άλλη πλευρά της λεω­φό­ρου, ο Δισκο­βόλος  πάνω στο βάθρο του, έμοιαζε ολοζώντα­νος, έτοιμος να πετάξει μακριά τον δίσκο. Τέλεια ομορφιά, όπως εκείνη του Ερμή, που είχα δει στο μου­σείο της Ολυμπίας.

Θαυμάζαμε τα πέριξ, όταν ακούστηκε το καμπανάκι και από μπροστά μας πέρασε με θόρυβο το τραμ, που γύριζε απ’ το Πα­γκράτι, πηγαίνοντας προς το κέντρο. Δεν ανεβήκαμε, αλλά συ­νεχίσαμε με τα πόδια στο φαρδύ πεζο­δρόμιο, πλάι στον κήπο. Ήταν στα κέφια του, άρχισε να μου σιγοτραγουδάει:

«Στο Ζάππειο μια μέρα περιπατούσα, συνάντησα μια νέα ξανθο­μαλλούσα».

Θα ’μουν, δεν θα ’μουν επτά χρονών.

Εκείνος περασμένα τα πενήντα, σχετικά ψηλός, κομψός, με ανοιχτά γαλάζια μάτια. Ένας τύπος έξω καρδιά. Ο θείος μου ο Μήτσος, αδελφός του πατέρα μου. Βίος και πολιτεία! Απόφοι­τος της σχολής Ευελπίδων, πήρε μέρος σαν ανθυπολο­χαγός στην Μικρασια­τική εκστρατεία και η χάρη του έφθασε μέχρι το Εσκί Σεχίρ. Γύρισε, ευτυχώς, ζωντανός από κείνο τον χαμό, κουβαλώντας στη ψυχή του όλα όσα είδε και έζησε από κοντά.

Ο χαμένος πόλεμος και η καταστροφή τον σημάδεψαν, στά­θη­καν καθοριστικά για την υπόλοιπη ζωή του. Παράτησε το στράτευμα  και ξενιτεύτηκε στην Αφρική, στο τότε Βελγικό Κονγκό, αναζητώντας εκεί μακριά την τύχη του.

Φτωχός πήγε και φτωχός γύρισε.

Το μόνο που κατόρθωσε εκεί ήταν να βρει την Αρχοντία. Μια άσχημη και μεγαλύτερή του γυναίκα, που ο πατέρας μου και τα άλλα αδέλφια του δεν κατάλαβαν ποτέ τι της βρήκε και την παντρεύτηκε.

Αυτός που, αν πιστέψω τα λόγια μιας θείας μου, όταν ερχό­ταν με άδεια και βολτά­ριζε στην αγορά με τη στολή του εύελπι, ανύπαντρες και παντρεμένες τον κρυφο­κοίτα­ζαν από τις γρί­λιες των παραθύρων. Δεν απόκτησαν παιδιά και μέχρι που πέ­θαναν ζούσαν πολύ φτωχικά σε ένα παλιό διώροφο νεοκλασικό, στην πλατεία Κουμουνδούρου. Παρ’ όλα αυτά όμως,  ποτέ του δεν έχασε την αρχοντιά και το χιούμορ του.

Με κατεύθυνση το Ζάππειο, φτάσαμε στο πλατύ ξέφωτο και  στρίψαμε δεξιά. Περάσαμε το μεγάλο σιντριβάνι και ανεβή­καμε τη φαρδιά σκάλα, με τις δυο τερά­στιες γλάστρες στις άκρες της. Το κτίριο του Ζαππείου με τα μαρμάρινα σκαλιά, τις ψηλές κο­λώνες και το αέτωμα, μας παρουσιάστηκε με­γαλό­πρεπο.

Στη μεγάλη αλάνα κόσμος πολύς έκανε τη βόλτα του και δεκά­δες πιτσιρίκια, σαν και μένα, με ολοκαίνουργια ποδήλατα και πατίνια πέρναγαν με δαιμονισμένη ταχύ­τητα, κάνοντας ελιγ­μούς ανάμεσά μας. Πόσο ζήλεψα εκείνα τα παιδάκια με τα πο­δήλατα και τα πατί­νια.

Κάτσαμε μετά στην Αίγλη και ο θείος παράγγειλε καφέ και για μένα παγωτό. Η δροσερή του γλύκα στο χάρτινο κυπελλάκι, δυστυχώς, τέ­λειωσε πολύ γρήγορα και μου απόμεινε το ξύλινο κουταλάκι, να το γλύφω για πολύ ώρα μετά. Απέναντί μας, στο βάθος, ο Παρθενώνας άστραφτε στο πρωινό φως, πάνω στον βράχο.

Στο Σύνταγμα, στη μεγάλη άπλα μπροστά από τη Βουλή,  χα­ζέψαμε τους φρουρούς του άγνωστου στρατιώτη, που έστε­καν ακίνητοι σαν μαρμαρωμένοι, έξω από τα μι­κρά τους φυλά­κια.

Κοπάδια από περιστέρια πετούσαν από δω κι από κει τσιμπο­λογώντας λαίμαργα τα σπόρια απ’ τις χούφτες, όσων είχαν τον καημό να τους αποθανατίσει ο υπαίθριος φω­τογράφος. Ο θείος, δοθείσης της ευκαιρίας, δεν παρέλειψε να μου επιση­μάνει ότι η Μεγάλη Βρετάνια ήταν το πιο μεγάλο ξενοδοχείο σ’ ολόκληρη τη χώρα.

Πήραμε ύστερα το τραμ, που πέρναγε μπροστά από την πύλη του Αδριανού, για να πάμε στο Πα­λιό Φάληρο. Στο τέρμα της λεωφόρου Συγγρού, λίγα μέτρα πιο πέρα άρχιζε η πλαζ. Με το που αφήσαμε κάτω τα πράγματά μας, έβαλα το μαγιό μου και ξαμολήθηκα στη θάλασσα.

Τόση ήταν η λαχτάρα μου να πέσω στο νερό, που πατώντας, απρόσεχτα, πάνω στα πράσινα μούσκλια γλί­στρησα,  με κίν­δυνο να χτυπήσω πολύ άσχημα. Η μόλυνση του Σαρωνι­κού είχε ήδη από τότε αρχίσει. Ο θείος μου, συνειδητοποιώντας τι μπο­ρούσα να είχα πάθει, συγχύστηκε ο φουκαράς τόσο πολύ, που του κόπηκε η όρεξη για μπάνιο. Τελικά, μπήκαμε μαζί στη θά­λασσα, αλλά για λίγο.

Είχε μεσημεριάσει για τα καλά, όταν κατηφορίζοντας την Πα­νεπιστημίου μου έδειξε και μου είπε δυο λόγια για τα κτίρια που συναντήσαμε, την Ακαδημία, το Πανεπι­στήμιο και τη Βι­βλιοθήκη. Στο πεζοδρόμιο κόσμος πολύς ανεβοκατέβαινε βια­στικός, μπαϊλντισμένος από την πολλή ζέστη.

Περάσαμε έξω από το Σινεάκ και φτάνοντας στην Ομό­νοια ανεβήκαμε στο τραμ, που από την Πειραιώς, όπως μου είπε, πήγαινε μέχρι το Ρουφ. Κατεβήκαμε στην πλατεία Κουμουν­δούρου. Ούτε εκατό μέτρα από τη στάση, στην οδό Κριεζή 5, ήταν το σπίτι όπου έμεναν, με νοίκι.

Με το πού ξεκλείδωσε την εξώπορτα, άρχισε το δικό μου ψυ­χοπλάκωμα. Στο μισοσκόταδο, ανεβήκαμε την ξύλινη σκάλα που έτριζε στο κάθε μας βήμα, για τον πάνω όροφο. Η Αρχο­ντία, φορώντας τη μακριά της ρόμπα, με καλωσόρισε στο πλα­τύσκαλο με μια φωνή χοντρή, απ’ το τσιγάρο. Έδειχνε να με αγαπάει, αλλά εγώ δεν μπόρεσα ποτέ να πω το ίδιο για κείνη.

Όλα μέσα σε κείνο το σπίτι ήσαν μια παλιατζούρα. Περα­σμένες δόξες, έπιπλα, κουρτίνες, πίνακες. Βγήκα κατ’ ευθείαν στο μπαλκονάκι, που έβλεπε στην πλατεία και τουλάχιστον εκεί υπήρχε άπλετο φως. Μέχρι που σκοτείνιασε έμεινα εκεί να χα­ζεύω, κάτω, τ’ αυτοκί­νητα και τον κόσμο.

Στη μέση της πλατείας, σε μια μεγάλη γούρνα με νερό, δε­κάδες πιτσιρίκια πλατσού­ριζαν, τρελαμένα από χαρά, ενώ οι μανάδες τους, από τα  κοντινά παγκάκια τους φώ­ναζαν, σαν  υστερικές, να προσέχουν. Λίγο πιο πέρα, πάνω από τις στέγες βλέπαμε το καμπανα­ριό της Αρμένικης εκκλη­σίας και ακού­γαμε τις  κα­μπάνες της.

Στο μπαλκόνι, την πιο πολλή ώρα, καθόταν μαζί μου κι ο θείος, λέγοντάς μου ιστο­ρίες από το Κονγκό και ανέκδοτα, που με έκαναν να ξεκαρδίζομαι. Η Αρχοντία, παραμέσα, κοντά στο φως που έμπαινε από το του μπαλκόνι, πάλευε με τα ραψί­ματά της, καθότι μοδίστρα. Μπήκα μέσα όταν ήταν η ώρα να γευτώ τα εδέσματά της, άλλη μια πονεμένη ιστορία για μένα…Έκανα υπομονή να τελειώσει κι αυτό το μαρτύριο και να πάω αμέσως μετά για ύπνο.

Το ξύπνημα της επόμενης μέρας θα μου ξανάφερνε την καλή μου διάθεση. Όσο κι αν λάτρευα τον θείο μου, ήταν αδύ­νατον να μείνω κι άλλο σε κείνο το σπίτι. Ο μεγάλος μου ξά­δελφος και οι παρέες του, τα μπάνια, το σι­νεμά, αλλά και η κα­τα­σκή­νωση μετά από λίγο, με περίμεναν στην Ελευσίνα.

Πρωί-πρωί μάζεψα τα μπογαλάκια μου, ασπάστηκα  την Αρχο­ντία, που μου κλαψού­ριζε  να μείνω μαζί τους, λίγο ακόμη και πήγαμε στην πλατεία, στην αφετηρία των λεωφορείων της  Ελευσίνας. «Α ρε μπαγάσα μου φεύγεις», μου πέταξε καθώς με αγκά­λιαζε, «του χρόνου θα σε ξα­ναδώ». Βούρκωσα, κατάλαβα πόσο πολύ τον αγαπούσα…

Ανέβηκα και έπιασα θέση κοντά στο παράθυρο. Εκείνος, από κάτω, περίμενε μέχρι να ξεκινήσουμε. Του έκανα με το χέρι μου αντίο. Πριν το λεωφορείο στρίψει στην Πειραιώς, πρόλαβα να τον δω από πίσω, καθώς έφευγε. Μου φάνηκε, βα­ρύς, σαν να μην ήθελε να γυρίσει γρήγορα σε κείνο το παλιό, το σκο­τεινό σπίτι…

 


Ροή