ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ DE PROFUNDIS ΜΕ ΤΟΝ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ ΤΗΣ Ο0ΜΑΔΑ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟΥ <<ΔΟΥΡΕΙΟΥ ΙΠΠΟΥ>> ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟ
ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ DE PROFUNDIS ΜΕ ΤΟΝ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ ΤΗΣ Ο0ΜΑΔΑ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟΥ <<ΔΟΥΡΕΙΟΥ ΙΠΠΟΥ>> ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟ
Της εκπαιδευόμενης στη Δημοσιογραφία Χριστίνας Σεχάι
{Εν αρχή να είπω τούτο : Όλες οι ερωτήσεις (τις οποίες και αρνήθηκα να δω εκ των προτέρων) ανήκουν στην Χριστίνα Σεχάι, το 16χρονο αυτό κορίτσι με το μεγάλο ταλέντο, που εκπαιδεύεται στην Εφημερίδα μας ως δημοσιογράφος. Όλα δικά της είναι (και πρέπει να την θαυμάσετε), δεν άλλαξα ούτε τη σειρά των ερωτήσεων, επίτηδες… Διότι η πιο μεγάλη γνώση στη Δημοσιογραφία δεν επέρχεται μόνο μέσα από τη Διδασκαλία, αλλά κυρίως μέσα από την Αυτογνωσία, όταν διαθέτεις ταλέντο και ευρεία αντίληψη… Και ύστερα δεν έρχονται βέβαια οι μέλισσες, αλλά συνεπακόλουθα εν τοις πράγμασι, συν Αθηνά και χείρα κίνει… ΑΝΚ}

– Αν κοιτάξετε πίσω στη διαδρομή σας, ποια στιγμή ή συνεργασία θα λέγατε ότι σας καθόρισε περισσότερο ως σκηνοθέτη;
Αυτό που με καθόρισε ήταν οι πρώτες συνεργασίες που έκανα όταν ήμουν στη Σχολή και άρχισα να δουλεύω και μετά στο Εθνικό Θέατρο με σκηνοθέτες που είχαν εμπειρία, όπου με πήραν για βοηθό και στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Νομίζω ότι αυτό με καθόρισε και ήταν κάτι σημαντικό για εμένα γιατί μπόρεσα να εξελιχθώ… Πήρα σημαντικά πράγματα από αυτούς επίσης και οι καθηγητές μου στην σχολή, όπως ήταν ο Σμαραγδής…
– Στη διαδρομή σας έχετε κινηθεί ανάμεσα σε θέατρο, κινηματογράφο. Τι σας κρατά τελικά πιο σταθερά στο θέατρο;
Η αγάπη γιατί το θέατρο, όπως έλεγε και η μεγάλη Σάρα Μπερνάτ είναι θρησκεία, είναι κάτι το οποίο άμα μπλέξεις δεν φεύγεις… Βέβαια αγαπώ το σινεμά, λιγότερο την τηλεόραση, αλλά το θέατρο είναι κάτι που λατρεύω.
– Έχετε σκηνοθετήσει έργα από Σαίξπηρ, Μπρεχτ, Τσέχωφ, Λόρκα, Γκολντόνι. Τι είναι αυτό που σας ελκύει στα κλασικά κείμενα;
Η αλήθεια και ότι είναι πάρα πολύ σημαντικά κείμενα. Είναι τεράστιοι συγγραφείς μόνο να τους μάθεις… Είναι μια απίστευτη σχολή να έρχεσαι σε επαφή με τα κείμενά τους. Είναι μια απίστευτη εμπειρία για όλους τους ηθοποιούς, τους σκηνοθέτες και ξεπερνούν τον μέσο όρο των ανθρώπων. Αυτοί οι άνθρωποι είναι τεράστιοι, μας οδηγούν με της ιδέες τους, είναι πολύ μπροστά, έχουν ξεφύγει από την εποχή τους.
– Παράλληλα γράφετε και σκηνοθετείτε δικά σας έργα. Πώς επηρεάζει η συγγραφική σας ιδιότητα τον τρόπο που προσεγγίζετε ένα ξένο κείμενο;
Έγραφα παλιότερα, τώρα έχω σταματήσει, αλλά ήταν αυτό της στιγμής. Ήταν η μούσα που ερχόταν κάτι που σου έρχεται και λες θα το γράψω περισσότερο από ένστικτο, ήταν κάτι που ήθελα να βγάλω από μέσα μου. Από την στιγμή που ήρθα σε επαφή με αυτά τα τεράστια μυαλά, όντως το θέατρο είναι πάρα πολύ δύσκολο, έχει δύσκολη γραφή και σήμερα θεωρώ ότι έχουμε μεγάλη έλλειψη από καινούργιους θεατρικούς συγγραφείς.
– Υπάρχει κάποια σκηνοθετική αρχή ή «κανόνας» που έχετε κρατήσει αναλλοίωτο σε όλη τη διαδρομή σας;
Γενικά κρατάω τις αρχές για εμένα… Η σκηνοθετική αρχή που έχω κρατήσει από την αρχή είναι να σέβομαι τον συγγραφέα. Στο θέατρο υπάρχει ιεραρχία. Και ιεραρχία όχι με πίεση αλλά ιεραρχία που ο καθένας πρέπει να την καταλαβαίνει και να την σεβόμαστε, άρα πάνω από όλα είναι ο συγγραφέας. Δεν μπορώ εγώ να πάρω ένα έργο του και να το << διαλύσω >> κάνοντας αυτά που θέλω και να βγω πιο πάνω από τον Goldoni π.χ. που ανεβάζουμε. Αυτό που κρατάω είναι ο σεβασμός στον σκηνοθέτη!
– Τι σας οδήγησε στην επιλογή του «Ιμπρεσάριου από τη Σμύρνη» του Carlo Goldoni για τη φετινή παράσταση;
Ήταν έργο που δεν το είχα διαβάσει και πέρυσι παίχτηκε στο εθνικό… Είχε παιχτεί πολύ παλιά στο κρατικό θέατρο Βορείου Ελλάδος και μου έκανε εντύπωση γιατί αυτό το έργο παρότι έχει και αναφορά στη Σμύρνη και διαβάζοντάς το είδα και μία αναφορά στην Σμύρνη, στα πολύ καλά της, δηλαδή είναι η Σμύρνη μέσα στην μεγάλη της ακμή. Γιατί δεν παίζεται πολύ στην Ελλάδα έτσι το διάβασα και είδα διαβάζοντας ότι είναι ένα από τα πιο γνωστά έργα του Goldoni
– Ποιο ήταν το πιο δύσκολο έργο που έχετε σκηνοθετήσει και έχετε ανεβάσει;
Για εμένα είναι άλλοι οι συγγραφείς που σου ανοίγουν σου δίνουν τα μυστικά τους και είναι σαν να σε παίρνουν από το χέρι μεταφυσικά και σε αφήνουν να μπεις στον κόσμο τους ήρεμα και ωραία και άλλοι οι συγγραφείς που κρατούν κλειστά τα χαρτιά τους… Ένα από αυτούς είναι ο Λόρκα, που πρέπει να το ψάξεις πολύ για να ξεκλειδώσεις, όπως και ο Σαίξπηρ, αλλά του έχω μια αδυναμία.
–Το έργο γράφτηκε το 1757 και σχολιάζει τον κόσμο του θεάματος. Ποια στοιχεία του θεωρείτε ότι είναι επίκαιρα σήμερα;
Όλα! Δεν έχει εκλείψει τίποτα οι περισσότεροι στον κόσμο του θεάματος λειτουργούν σαν παιδιά με αυθορμητισμό αλλά υπάρχει και αυτή η έπαρση το θέατρο λειτουργεί στον καθένα διαφορετικά και βγάζει χαρακτήρα ο καθένας βγάζει τον χαρακτήρα του και αυτό μας λέει και μας δίνει είναι σοφό φινάλε. Αυτό που μας δίνει ο Goldoni που ήταν πάρα πολύ προχωρημένοι από την εποχή τους. Εδώ μιλάει για τον κόσμο του θεάματος όπου έχει τα μισεί και τα πάθη της υπερβολές της ίντριγκες το πως θέλει να είναι ο ένας πάνω στον άλλον αλλά ουσιαστικά το θέατρο μας διδάσκει να είμαστε όλοι ίσοι.
– Πώς προσεγγίσατε σκηνοθετικά τη σάτιρα του έργου γύρω απ τη φιλοδοξία και τον ανταγωνισμό των καλλιτεχνών;
Μέσα από την εμπειρία μου και την παρατήρηση τόσα χρόνια η τριβή μου με καλλιτέχνες και επαγγελματίες και ερασιτέχνες με αυτόν τον τρόπο έκανα την προσέγγιση το είχα στο μυαλό μου και ο ίδιος ο συγγραφέας δεν σου αφήνει πολλά περιθώρια γιατί φαίνεται καθαρά και σεβόμενος πάντα τον Goldoni.
– Επιλέξατε να κρατήσετε την εποχή του έργου ή να το φέρετε πιο κοντά στο σήμερα; Τι σας καθοδήγησε σε αυτή την απόφαση;;
Το κοινό είναι η αλήθεια ότι όταν το χωρίζει μεγάλη απόσταση χρονική από το έργο κάπου δεν είναι και τόσο ευχάριστο έκανα μια μίξη τα ρούχα που είναι δικά μου και τα σκηνικά μπορούν να φορεθούν και σήμερα σε κάποιο πάρτι πολύ εγωκεντρικό οπότε ευχάριστα μπορεί να το δει και η νεολαία δεν την ξενίζει με το να έχουμε ένα μουσειακό κουστούμι που είναι αποκλειστικά της εποχής.
– Πώς δουλέψατε με την ομάδα των ηθοποιών για να χτίσετε τους χαρακτήρες και τις μεταξύ τους ισορροπίες σε ένα τόσο πολυπρόσωπο έργο;
Δουλέψαμε αρκετό χρόνο δουλεύουμε από τον Οκτώβρη μήνα βήμα βήμα είχα την τύχη φέτος να αρέσει παρά πολύ στα παιδιά το έργο σε όλους άρεσε το έργο και είναι πολύ θετικό αυτό με αποτέλεσμα να θέλουν ολο και να προχωρήσουμε ποιο γρήγορα παρακάτω να το τελειώσουμε να εξελιχθούμε να αναλύσουμε τους ρόλους να παίξουν καλύτερα δούλευαν πολύ και στο σπίτι τους και όλα αυτά γιατί τους άρεσε το κείμενο και αυτό είναι πολύ σημαντικό για μένα πραγματικά περίμενα αυτό το έργο να παίζετε συνέχεια.
– Την στιγμή που ανεβαίνουν όλοι πάνω στην σκηνή και χορεύουν το τραγούδι δεν σε θέλω πια υπήρχε στο αρχικό έργο ή το προσθέσατε εσείς;
Το πρόσθεσα εγώ κάτι που φαντάζεται ο Τούρκος πια και λέει αχ τη ωραία που πέρναγα στην Σμύρνη και είναι και μια εικόνα που έχουν στο μυαλό τους όλοι οι ήρωες τι ωραία μου ακούγεται η Σμύρνη τι ωραία θα ήταν να ήμουν εκεί και είναι σαν να πήγαν στην Σμύρνη.
– Πώς δημιουργήθηκε η καλλιτεχνική ομάδα «Δούρειος Ίππος» και ποιο ήταν το αρχικό της όραμα;;
Από την ανάγκη των ανθρώπων εδώ να εκφραστούν περισσότερο και ίσως με κάποια ποιο βαριά έργα οπότε βάση αυτής της ανάγκης έγινε η όλη δημιουργία του Δούρειου Ίππου, να αγγίξουμε ένα άλλο ρεπερτόριο που δεν αγγίζεται εύκολα και να το γνωρίσει το κοινό της επαρχίας.
– Σας ευχαριστώ κύριε Παπαπετρόπουλε, για τη συνέντευξη αυτή.