Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΔΑ ΜΑΡΙΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ *** Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου, Φιλόλογος – ποιήτρια – συγγραφέας

Το κείμενο της Κυριακής
…για το Ψυχοσάββατο
Γράφει η Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου
Φιλόλογος, ποιήτρια, συγγραφέας

Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΔΑ ΜΑΡΙΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ
Η Μαρία Εμ. Μαραγκουδάκη γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης. Ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Μαθηματικά και εργάστηκε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Έστω ότι… (Οδός Πανός, 2010), τη συλλογή διηγημάτων Μηδενική γωνία (Εύμαρος, 2017), το θεατρικό έργο Μαύρο Γιασεμί (Εύμαρος 2019) και το βιβλίο Διπλή Όψη (2020).
Συμμετείχε στην περιοδική έκδοση diPgeneration 2017 (Μανδραγόρας, 2017) και στο συλλογικό έργο Εννέα όγδοα (Εύμαρος, 2018). Δημοσιεύει στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.
Η ΤΣΑΚΙΣΗ
«Δίπλωσε το χαρτί στη μέση και γράφε εσύ που ξέρεις γράμματα, ‘Υπέρ αναπαύσεως’ στη μια μεριά, βάλε κι ένα σταυρό από κάτω.
‘Υπέρ υγείας’ στην άλλη».
Η φωνή της ήταν φωνή πρωτομάστορα σε παραγιό.
«Να μαθαίνεις», συμπλήρωνε ενώ γράπωνε στον αέρα το τεντωμένο άσπρο νήμα με κάτι σαν αγκίστρι που είχε στη μια του άκρη το βελονάκι, πέρναγε τη θηλιά αστραπιαία μέσα από μια άλλη θηλιά και συχνά μετρούσε φωναχτά τις επαναλαμβανόμενες αυτές κινήσεις.
Κάθε τρεις και λίγο άπλωνε στο γόνατο ή στο τραπέζι τη μισοτελειωμένη δαντέλα και κουνούσε ικανοποιημένη το κεφάλι.
«Γράφε εσύ», έλεγε και υπαγόρευε ονόματα στη γενική πτώση τονισμένα με κανόνες καθαρεύουσας.
Όταν έλεγε «Χαριδήμου» τελείωνε η καταγραφή.
Α, ρε μάνα, σκέφτεσαι, τελικά έγινε το δικό σου.
Πείσμα που το ‘χες όμως,… Είχες δεν είχες μ’ έμαθες να διπλώνω τα χαρτιά και να γράφω.
Είδες; Το δίπλωσα όμορφα, έβαλα και ένα πεντάευρω ανάμεσα για τον παπά, πήρα πρόσφορο, κρασί και λάδι.
Αγγίζεις το πρόσφορο, το πιέζεις, αφήνει ένα βαθούλωμα όμοια με σάρκα νεκρού.
Ένας-ένας τον κάνατε όλοι το σάλτο και τσουπ την πηδήξατε την τσάκιση, από την ‘υγεία’ στην ‘ανάπαυση’, ε, δεν ήτανε και τίποτε δύσκολο, σκέφτεσαι, δυο-τρία εκατοστά απόσταση.
Και να που τώρα αναπαύεστε όλοι, μικροί, μεγάλοι, όμορφοι, άσχημοι, χαζοί, έξυπνοι, καλοί, κακοί, όλοι σε παράταξη, κάτω από το σταυρό, μόνο εσύ ξέμεινες, για να θυμάσαι.
Εσύ που ξέρεις γράμματα να διπλώνεις χαρτιά και να γράφεις ‘Υπέρ αναπαύσεως’ στη μια μεριά με ένα σταυρό από κάτω, ‘Υπέρ υγείας’ στην άλλη και ανάμεσα να βλέπεις την τσάκιση, χαράδρα άπατη να χάσκει.
Ναι, απόσταση δυο-τρία εκατοστά, να έτσι και τους ακουμπάς, στήνεις αυτί και τους ακούς.
Άλλοτε πάλι συνωστίζονται γύρω σου, περπατούν πλάι σου στην πόλη σε πεζοδρόμια, σκουντουφλάς πάνω τους.
Κι αν ξεχαστείς σε τραβούν από το μανίκι και φωνάζουν, άλλοτε ένας-ένας, άλλοτε όλοι μαζί.
Και εικόνες, εικόνες ανακατωμένες. Στιγμιότυπα μνήμης.
(Από τη συλλογή διηγημάτων «Μηδενική γωνία», Εύμαρος, 2017)
ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
«Η τσάκιση» της Μαρίας Μαραγκουδάκη είναι ένας συγκλονιστικός στοχασμός πάνω στη λεπτή γραμμή που χωρίζει τη ζωή από τον θάνατο, με αφορμή το τελετουργικό του Ψυχοσάββατου.
Η «τσάκιση» είναι το σύνορο των δύο κόσμων. Η συγγραφέας παίζει με το μέγεθος της απόστασης. Από τη μια μετρά «δυο-τρία εκατοστά», μια απόσταση μηδαμινή και από την άλλη, υπάρχει μια «χαράδρα άπατη». Αυτό εκφράζει το παράδοξο του θανάτου: ενώ είναι τόσο κοντά μας, ταυτόχρονα μας χωρίζει από τους αγαπημένους μας ένα χάσμα ανυπέρβλητο.
Η φιγούρα της μάνας που πλέκει δαντέλα, ίσως, συμβολίζει τις Μοίρες. Όπως περνάει το βελονάκι μέσα από τις θηλιές, έτσι υφαίνει και τη ζωή με τον θάνατο. Η επιμονή της να μάθει στο παιδί της «γράμματα» δεν αφορά την εγκύκλιο μόρφωση, αλλά τη μύηση στο τελετουργικό της μνήμης. Το να ξέρεις να γράφεις ονόματα στο χαρτί σημαίνει να ξέρεις να κρατάς τους νεκρούς ζωντανούς μέσα από την αναφορά.
Η περιγραφή του πρόσφορου («αφήνει ένα βαθούλωμα όμοια με σάρκα νεκρού») είναι μια δυνατή μεταφορά. Ενώνει το ψωμί της ζωής (τη Θεία Κοινωνία) με την υλική φθορά του σώματος. Υπενθυμίζει ότι η ζωή και ο θάνατος είναι φτιαγμένα από το ίδιο «ζυμάρι».
«Μόνο εσύ ξέμεινες, για να θυμάσαι», γράφει η Μ. Μ. Ο ρόλος αυτού που μένει πίσω είναι ιερός και επίπονος. Είναι ο φύλακας των ονομάτων, των ψυχών. Οι νεκροί στο διήγημα δεν είναι απόντες αλλά βρίσκονται συνωστισμένοι στα πεζοδρόμια, τραβούν το μανίκι, φωνάζουν. Ο θάνατος δεν είναι αφανισμός, αλλά μια διαρκής παρουσία που απαιτεί τη μνήμη μας για να δικαιωθεί.
Η Καθολικότητα του Θανάτου καθοριστική στο κείμενο. Η παράταξη κάτω από τον σταυρό (μικροί, μεγάλοι, καλοί, κακοί) αναδεικνύει την απόλυτη δημοκρατία και επικράτηση του θανάτου. Όλοι, αργά ή γρήγορα, κάνουν το «σάλτο» πάνω από την τσάκιση.
Το συγκλονιστικό διήγημα είναι ένας ύμνος στη μνήμη. Ψυχοσάββατο, και το χαρτί με τα ονόματα γίνεται η γέφυρα πάνω από τη χαράδρα. Το «Υπέρ Υγείας» και το «Υπέρ Αναπαύσεως» δεν λειτοιυργούν αντιθετικά, αλλά είναι οι δύο όψεις του ίδιου χαρτιού, της Ύπαρξης.